Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας και μετέπειτα Κωνσταντινουπόλεως, Κύριλλος Λούκαρις (1572–1638) εκφράζει τις ανησυχίες του και το πάθος του για την ηθική αντίσταση των Ελλήνων, που εκτός από τη γνωστή κατάπτωση και τυραννία του δεύτερου ήδη αιώνα τουρκικής δουλείας, είχαν να αντιμετωπίσουν και τις επίμονες, συστηματικές και οργανωμένες εκστρατείες της Παπικής Ρώμης με σκοπό των προσηλυτισμό των Greci scismatici...
Ο Λούκαρις τελικά θα στραγγαλιστεί απο τους Οσμανλήδες γενίτσαρους το 1638, ύστερα από πιέσεις των Ιησουϊτών της Πόλης.
"Ἐνθυμηθῆτε, ἄνδρες Ἕλληνες, καὶ ἀνιστορηθῆτε τοὺς περασμένους καιρούς, καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι κανέναν καιρὸν οἱ Λατῖνοι τοῦ γένους μας φίλοι δὲν ἤτονε. Ὁ Πάπας καὶ οἱ ‘περασπισταί του πάντοτε ἦσαν ἐχθροὶ τοῦ γένους μας, πάντοτε τὴν ἀπώλειαν τῆς βασιλείας μας ἤθελαν, καθὼς ἔδειξαν εἰς διαφόρους καιροὺς τὴν κακὴν τως γνώμην πρὸς ἡμᾶς. Καὶ διὰ νὰ μὴν μακρύνω ἀφίνω τὰ ἄλλα, μόνον ἕνα πρᾶγμα νὰ σᾶς ἐνθυμίσω, ἀπ’ ἐκεῖ νὰ γνωρίσεται τὴν γνώμην τως.
Τὸν καιρὸν ὁποῦ ἐπολέμα ὁ σουλτὰν Μεεμέτης τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ τὴν εἶχεν κεκλεισμένην, κάμνωντας κάθεν μηχανὴν νὰ πάρῃ τὴν Πόλιν ἔκαμεν καὶ ταύτην. Ἐπέρασεν τέσσαρα κάτεργα (ἀπὸ τὸ μέρος ὁποῦ εἶναι τὰ Νηόκαστρα) διὰ ξηρᾶς καὶ τὰ ἔσυρε εἰς τὸ ἄλλο μέρος, ἐκεῖ ὁποῦ εἶναι ὁ Ἀρσανᾶς, μὲ πολὺν κόπον καὶ βάσανον, διατὶ δὲν τὰ ἄφινεν ἡ ἅλυσος νὰ περάσουν διὰ θαλάσσης. Καὶ σὰν εἶδαν οἱ Κωνσταντινουπολῖται, ἐσυμβουλεύθησαν διὰ νυκτὸς νὰ τὰ κάψουν. Καὶ συμφωνοῦσι σαράντα ἀρχοντόπουλα νὰ διαβοῦσι νὰ κάμουν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐμπαίνουσι μέσα εἰς τὸ καΐκι τὴν νύκτα καὶ κινοῦσι. Καὶ οἱ Φράγκοι, ὁποῦ ὥριζαν τὸν Γαλατᾶ, τοὺς στέλνουσι χαμπάρι καὶ δίδουν λόγον τὸν Μεεμέτη σουλτάνον. Καὶ ἐκεῖνα τὰ καϋμένα τὰ ἀρχοντόπουλα, μὴ λογιάζοντας πῶς νὰ ᾖναι τραϊτόροι, ἐπήγαιναν θαρρετὰ καὶ ἔδωκαν εἰς ἑτοίμην ἔνεδραν· καὶ ἀπ’ ἐκεῖνο ἐχάθη ἡ ἐλπὶς τῶν Ῥωμαίων, καὶ δὲν εἶχαν πλέον ἐλπίδα νὰ γλυτώσῃ ἡ Κωνσταντινούπολις. Ἐκ τούτου γνωρίσετε τὴν ὄρεξιν τοῦ γένους τῶν Λατίνων πρὸς τὸ γένος τὸ ἐδικόν μας. Τόσους χρόνους ἀπὸ λόγου τως καλοσύνην δὲν εἴδαμεν, καὶ τώρα εἰς τοὺς ἐσχάτους καιροὺς λογιάζετε θέλουν νὰ μᾶς κάμουν καλοσύνην; Ὄχι! Δὲν τὸ κάμνουν, ἄνδρες Ἕλληνες, διὰ ἄλλο, μόνον διὰ νὰ μᾶς γελάσουν καὶ νὰ μᾶς σύρουν εἰς τοῦ Πάπα τὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἂν δὲν σύρουν τοὺς φρόνιμους, σύρνουν τῆς ὥρας τοὺς λωλούς, σύρνουν τὰ παιδία μας καὶ ἀγάλι ἀγάλι ὅλους. Ἔτζι εἶναι οἱ Γεζουΐται ἐπιτήδειοι καὶ ὡς θέλουν νὰ μᾶς ἐμπαίζουν. Ὅταν μᾶς ὁμιλῶσι μὲ γλυκὰ λόγια, καὶ ἐκεῖ κρύπτουσι τὸ φαρμάκι· ὅταν μᾶς τιμῶσι, τότε μᾶς γελῶσι εἰς τὸν ἑαυτόν τως· ὅταν μᾶς διδάσκουσι, τότε μᾶς πραγματεύονται· ὅταν μᾶς χαρίζουν ἢ χαρτάκια ἢ κομποσχοίνια, τότε μᾶς παγιδεύουσι· ὅταν κάμνουν κωμῳδίαις ἢ ἄλλα θέατρα καὶ μᾶς προσκαλοῦνται νὰ παγαίνωμεν, τότε μᾶς μυκτηρίζουσιν ὡς ἀγνώστους καὶ λωλοὺς καὶ οὐτιδανούς. Μὲ τοῦτο ὅλον θεωρῶ, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες, πῶς πολλοὶ κρατοῦσι μαζῆ τως, δὲν γνωρίζοντας ταῦτα.
Ἐτοῦτο εἶναι ἐκεῖνο ὁποῦ καίει τὴν καρδίαν, πῶς ἔπεσεν εἰς ἡμᾶς τόση ἀγνωσία καὶ δὲν εἴμασθεν ἄξιοι νὰ κρίνωμεν τὸ κακὸν ὁποῦ μᾶς κυνηγᾷ. Καὶ δὲν λέγω διὰ ὅλους, μόνον δι’ ἐκείνους ὁποῦ μὲ τοιούτους ἀνθρώπους ὑποκριτὰς καὶ ὄργανα τοῦ Ἀντιχρίστου κρατοῦσι. Θέλεις νὰ εἰπῆς «καὶ αὐτοὶ διδάσκουσι τὰ παιδία μας μαθήματα χωρὶς πληρωμήν, καὶ διδάσκουσι καὶ ἡμᾶς τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, καὶ διὰ τοῦτο θεωροῦντες τὴν προθυμίαν τως καὶ ἡμεῖς ἀναπαυόμεθα εἰς ἐκείνους». Τόσον ἠξεύρετε, τόσον κρίνετε, τόσον λέγετε· ἀμὴ δὲν ἠξεύρετε πῶς ἡ προθυμία ἐκείνη ὅλη εἶναι μετὰ δόλου. Τὸ μάθημα ὁποῦ εἶναι χωρὶς πληρωμήν, ἐκεῖνο εἶναι πληρωμή, ὅτι μ’ ἐκεῖνο ἀγοράζουν αὐτοὶ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν συνείδησιν τῶν παιδίων σας. Ἡ διδαχὴ πάλιν ὁποῦ σᾶς κάμνουν, ἐκεῖνη εἶναι ἡ παγίδα ὁποῦ σᾶς πιάνουν. Καὶ ἔπρεπεν, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες, ἀφίνοντας τὰ ἄλλα, νὰ μὴ βλέπετε ἐσεῖς πῶς σᾶς διδάσκουν, μόνον νὰ βλέπετε ἂν ἡ διδαχή τως εἶναι ὠφέλιμός σας· τὸ ὁποῖον διὰ νὰ κρίνῃ εὔκολα ὁ ἄνθρωπος ἂν ἴσως καὶ μετρήσῃ τρία πράγματα, πρῶτον τί διδάσκουν, δεύτερον μὲ τί διάθεσιν διδάσκουν, τρίτον τὸ τέλος τως εἰς τί ἀποβλέπει. Εἰς τὸ πρῶτον ἂν ἰδῆτε ὅτι διδάσκουν τὴν ἀλήθειαν ἢ τὸ ψεῦδος· ἀμὴ ἐγὼ ἠξεύρω πῶς αὐτοὶ μαζῆ καὶ τὰ δύο τὰ ἀνακατόνουν. Ὅταν σᾶς λέγουν πῶς ὁ Χριστὸς ἐσαρκώθη καὶ ἔπαθεν καὶ ἐσταυρώθη καὶ ἀνέστη καὶ ἀνελήφθη δι’ ἡμᾶς, ἀλήθειαν λέγουσι. Ὅταν σᾶς λέγουν ὅτι εἶχεν δώδεκα ἀποστόλους ὁ Χριστὸς (καὶ) πρῶτον ἀπὸ ὅλους εἶχε τὸν ἅγιον Πέτρον, ἐδῶ ἡ ἀλήθεια εἶναι μπερδεμμένη. Ὅταν σᾶς λέγουν πῶς ὁ Πέτρος ἔχει διάδοχον τὸν Πάπα καὶ διὰ τοῦτο ὁ Πάπας εἶναι ἀφέντης τῆς Ἐκκλησίας, ὅλον εἶναι ψεῦδος. Ἔτζι καὶ εἰς τὰ λοιπά· διὰ τοῦτο θέλετε νὰ προσέχετε τὸ τί σᾶς διδάσκουν. Εἰς τὸ δεύτερον θέλετε νὰ κυττάζετε μὲ τί διάθεσιν. Διὰ τοῦτο ὅταν σᾶς λέγουσι «ἡ ἐκκλησία τῆς Ῥώμης καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶναι μία, καὶ δὲν εἶναι ἀνὰ μέσον μας διαφορά», μὲ κακὴν διάθεσιν σᾶς τὸ λέγουν· διατὶ αὐτοὶ ὅλοι, καὶ Γεζουΐται καὶ οἱ λοιποὶ Φράγκοι, εἰς τὰ βιβλία ὁποῦ γράφουν καὶ εἰς ταὶς διδαχαὶς ὁποῦ κάμνουν, ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας μᾶς κράζουν σχισματικοὺς καὶ αἱρετικούς, ἀποστάτας, ψεύστας καὶ κάθε ἄλλο κακὸν ὄνομα, καὶ πῶς ἐκκλησίαν δὲν ἔχομεν, μόνον συναγωγήν, σὰν τοὺς Ἑβραίους. Ἔτζι μᾶς κηρύττουσιν εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς τὰ μέρη τὰ ἐδικά τως, καὶ τώρα ἐδῶ νὰ μᾶς λέγουν πῶς ἡ ἐκκλησία μας καὶ ἡ ἐκκλησία τως εἶναι μία; Τὸ ὁποῖον τὸ λέγουν μὲ κακὴν καὶ πονηρὰν διάθεσιν, μάλιστα διατὶ αὐτοὶ κρατοῦσι πῶς ἡ ἐκκλησία νὰ περιέχῃ ἐκλεκτοὺς καὶ ἀποβεβλημένους. Μπορετὸ νὰ γροικοῦσι πῶς ἡμεῖς ἤμασθεν ἀποβεβλημένοι καὶ αὐτοὶ ἐκλεκτοί. Ἢ ἔτζι ἢ ἄλλως μὲ πονηρὰν διάθεσιν τὸ λέγουν. Κρίνατε λοιπὸν τὴν διάθεσίν τως καὶ νὰ εὕρητε τὴν σαθρότητά τως.
Εἰς τὸ τρίτον θέλετε νὰ σκέπτεσθε τὸ τέλος, εἰς ποῖον τέλος καταντᾷ ἡ ἔννοιά τως· τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ νὰ μᾶς βάλλουν εἰς τὴν τυραννίδα τοῦ Πάπα νὰ μᾶς ἐξουσιάζῃ, νὰ τὸν ὁμολογοῦμεν πρῶτον καὶ κεφαλήν, καὶ τοῦτο εἰς ὕβριν τοῦ Χριστοῦ καὶ κατάφρόνιον τῆς Ἐκκλησίας μας. Ταῦτα θέλετε σκεφθῆτε, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες, ἔπειτα νὰ ἀποφασίζετε τὴν καλοσύνην τῶν ὑποκριτῶν. Ἐτούτους σὰν τοὺς θεωρεῖς οὕτω ταπεινούς, καὶ βασιλείας ἀνακάτωσαν, ἔθνη ἔκαψαν, αἵματα ἄπειρα ἔχυσαν, καλὸν ποθενὰ δὲν ἔκαμαν καὶ ἡμεῖς θέλομεν προσδοκήσει εἰς τὸ γένος μας καλὸν νὰ κάμουν ἐκείνους ὁποῦ εἰς τὴν καρδίαν μισοῦσι; Μὲ ὅλον ὁποῦ ὑποκρίνονται, θέλουν εὐεργετήσει ποτέ; Καὶ εἶστε τόσον ἠλίθιοι, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες, καὶ δὲν τὸ λογιάζετε; Δὲν παίρνετε παραδείγματα ἀπὸ ἐκεῖνα ὁποῦ ἔχετε διὰ λόγου τως ἀκουστά; Τόσον οἱ ἐχθροὶ τοῦ λόγου σας, ἐχθροὶ τῶν παιδιῶν σας, ἐχθροὶ τῆς σωτηρίας, ἐχθροὶ τοῦ γένους σας, ἐχθροὶ τῆς πατρίδος σας, ἐχθροὶ τῆς πίστεώς σας, ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας σας τῆς Ἀνατολικῆς, ν’ ἀφίνετε τὴν λύμην ταύτην, τὴν κακίαν ταύτην καὶ ταὶς τέχναις των νὰ ξαπλώνουν; Μὴ γένοιτο, ἀγαπητοί μου, σᾶς παρακαλῶ. Βλέπετε τοὺς κύνας; Φεύγετέ τως μὴ σᾶς δαγκώσουν! Βλέπετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας; Φεύγετέ τους, μὴν ἀνασπάσουν τὰ κλήματα τῆς ἀμπέλου σας!Βλέπετε τὴν κατατομὴν ὁποῦ πάσχει τὴν Ἐκκλησίαν σας, τὰ δόγματά σας, τὸ γένος σας νὰ ξερριζώσῃ καὶ νὰ ἀφανίσῃ. Μακρὰ ἀπ’ αὐτούς, μακρὰ ἀπὸ τὴν ἀναστροφή τως, ἀπὸ τὰ μαθήματά τως, ἂν θέλετε νὰ μὴν σᾶς συμβῆ κακὸν ἀνέλπιστον, ἂν θέλετε νὰ στέκεσθε εἰς ἐκεῖνα ὁποῦ εὑρίσκεσθε καὶ προτήτερα χωρὶς ταραχὴν καὶ σύγχυσιν, μὲ ἐλπίδα ὅταν ᾖναι ὁρισμὸς τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἐλεήσῃ καὶ νὰ μᾶς παρη γορήσῃ». Ταῦτα μοῦ φαίνεται, ὦ Ζηλωτά, πῶς νὰ ἁρμόζουν νὰ τοὺς εἰπῆς διὰ τὴν ὥραν· ὅμως ἐσὺ θέλεις τὰ εὐτρεπίσει καλλιότερα, καὶ θέλεις εὐγάλει καὶ θέλεις προσθέσει, ὡς γνωστικὸς ὁποῦ εἶσαι, τὰ χρησιμώτερα καὶ ἀναγκαιότερα ὁποῦ νὰ πληροφορήσουν μὲ περισσοτέραν ἐνέργειαν ἐκείνους ὁποῦ θέλουν σὲ ἀκούσει."
Ψυχοφελή μηνύματα...
Συντονιστής: Συντονιστές
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 54974
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«Εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ» (Ματθ. 14, 31)
Κύριε Ἰησοῦ, οἱ φυσικές σου συνήθειες καὶ κινήσεις ἔχουν πολλὴ σημασία, γιὰ τὴν προσπάθεια τῆς πνευματικῆς μας περισυλλογῆς. Κάθε μία ἀπὸ τὶς κινήσεις, ποὺ ἔκανες μὲ τὸ σῶμα σου, ὅπως μᾶς τὶς διέσωσαν τὰ Εὐαγγέλια, ἔχει ἕνα βαθὺ πνευματικὸ νόημα. Ἄραγε, οἱ συνηθισμένες χειρονομίες σου μποροῦν νὰ ἐμπνεύσουν τὶς δικές μου;
Πραγματικά, ἂν ἐξαιρέσω τὸ Πάθος σου, ποὺ παραμένει μοναδικό, οἱ κινήσεις, ποὺ ἔκανες, εἶναι κινήσεις, ποὺ κάνουν οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι. Οἱ χειρονομίες σου εἶναι οἱ καθημερινές μας χειρονομίες, οἱ χειρονομίες τῆς κάθε ὥρας. Ἡ στάση σου καὶ ἡ στάση μας ὑπῆρξαν οἱ ἴδιες, ἐφ’ ὅσον ἐκφράζονταν ἐξωτερικὰ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Καὶ τοῦτο, κι ὅταν ἀκόμη ἐνεργοῦσες ἕνα θαῦμα. Ὅμως, ὑπάρχει ἡ διαφορά. Ἡ διαφορὰ συνίσταται στὶς διαθέσεις τῆς ψυχῆς, ἀπὸ τὶς ὁποῖες προκύπτουν οἱ διάφορες φυσικὲς κινήσεις καὶ χειρονομίες.
Ἐρώτησα προηγουμένως: Οἱ χειρονομίες σου μποροῦν νὰ ἐμπνεύσουν τὶς δικές μου; Αὐτὸ βέβαια δὲν σημαίνει, τὸ νὰ διερωτῶμαι συνεχῶς καὶ σὲ κάθε περίπτωση: «Τί χειρονομία θὰ ἔκανε τώρα ὁ Ἰησοῦς»; Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι νὰ φαντασθῶ τὶς ἐξαιρετικές σου χειρονομίες, ποὺ θὰ ἔκανες ἂν βρισκόσουν μπροστὰ σὲ μία ἀπὸ τὶς περιπτώσεις, ποὺ ἀντιμετωπίζω. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ βρῶ, μὲ τί πνεῦμα ἔκανες, καὶ μὲ τί πνεῦμα θὰ πραγματοποιοῦσες τὶς κινήσεις, ποὺ ἑτοιμάζομαι νὰ κάνω, ἢ ποὺ βλέπω ὅτι πρέπει νὰ κάνω.
Δὲν ὑπάρχει καμμία μου στάση, καμμία μου κίνηση, ποὺ δὲν θὰ μποροῦσα νὰ τὴν ἀνανεώσω καὶ νὰ τὴν γεμίσω μὲ πνεῦμα – ἐννοεῖται πὼς μόνον ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ δώση τὸ πνεῦμα αὐτό. Αὐτὴ ἡ ἀνανέωση θὰ γινόταν, ἂν προσπαθοῦσα νὰ συμμορφώσω τὶς κινήσεις μου πρὸς τὶς δικές σου ἤ, μᾶλλον, νὰ σὲ ἀφήσω νὰ τὶς μεταμορφώσης, ὥστε νὰ γίνουν μία συμμετοχὴ στὶς δικές σου.
Ἂς πάρω, σὰν παράδειγμα, τὴν σιωπή σου. Ἡ σιωπή μου, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ὀκνηρία, τὴν δειλία, τὸν θυμό, τὴν περιφρόνηση, τὴν μνησικακία, εἶναι ἄγονη καὶ κακή. Ἐνῶ ἀντίθετα, εἶναι τόσο ἱερή, μία σιωπὴ ποὺ συνίσταται στὴν εἴσοδο καὶ συμμετοχή μου στὴν δική σου σιωπή; Τὴν σιωπή σου μὲ τὸν Πατέρα, τὴν σιωπή σου ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου – «ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐσιώπα» (Ματθ. 26,63) – τὴν σιωπή σου τῆς περισυλλογῆς καὶ ὡριμότητος, ποὺ προετοιμάζει τὸν λόγο καὶ τὸν καθιστᾶ γόνιμο.
Ἕνα ἄλλο πολὺ ἁπλὸ παράδειγμα. Ὁ λαός σου εἶχε τὴν συνήθεια νὰ προσεύχεται ὄρθιος. Σὲ μία μόνον περίπτωση τὸ Εὐαγγέλιο σὲ παρουσιάζει νὰ προσεύχεσαι γονατιστός. Πρόκειται γιὰ τὴν ὥρα τῆς ἀγωνίας σου στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Ἀλλοίμονο! Τόσο συχνὰ οἱ προσευχές, ποὺ κάνω γονατιστός, εἶναι ἐπηρεασμένες ἀπὸ τὴν ρουτίνα καὶ στεροῦνται βάθους! (Καὶ ὁπωσδήποτε παρουσιάζονται τόσο διαφορετικὲς ἀπὸ τὸ γεμᾶτο πάθος πέσιμο στὰ γόνατα, ἐνώπιόν σου, τοῦ Πέτρου, τῆς Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς, πολλῶν ἀσθενῶν!). Κύριε, δῶσε τὸ πνεῦμα σου στὸ γονάτισμά μου. Κάμε, ὥστε τὸ κάθε γονάτισμά μου νὰ εἶναι ὄχι μόνο μία βαθειὰ κι εὐλαβικὴ προσκύνηση ἐνώπιόν σου, ἀλλὰ καὶ μία ἕνωση, μία συμμετοχή μου στὸ δικό σου γονάτισμα ἐνώπιον τοῦ Πατρός σου στὴν Γεθσημανῆ.
Μεταξὺ τῶν κινήσεών μου, τῶν πιὸ συνηθισμένων, ὑπάρχει καὶ μία, ποὺ θὰ ποθοῦσα ἰδιαίτερα νὰ τὴν ἐνσωματώσω σὲ κάποια ἀντίστοιχη δική σου: Εἶναι ἡ κίνηση, ποὺ θὰ τὴν ὠνόμαζα «κίνηση τοῦ ἁπλωμένου χεριοῦ». Ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ἔχω θέσει στὴν ἀρχὴ αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου, σὲ παρουσιάζει νὰ ἁπλώνης τὸ χέρι καὶ νὰ πιάνης τὸν Πέτρο, τὴν στιγμὴ ποὺ βυθιζόταν στὴν θάλασσα. Συχνὰ τὸ χέρι σου ἔκανε μία σωστικὴ χειρονομία, τῆς ὁποίας τὸ νόημα, τὴν ἴδια στιγμή, ἐξέφραζαν τὰ λόγια σου. «Ἐκράτησας τῆς χειρὸς» τῆς κόρης τοῦ ἀρχισυναγώγου, ποὺ μόλις εἶχε πεθάνει, καὶ «ἠγέρθη τὸ κοράσιον» (Ματθ. 9, 25). Πῆρες ἀπὸ τὸ χέρι ἕναν τυφλό, ἀκούμπησες τὸ χέρι σου στὰ μάτια του καὶ θεραπεύθηκε. «Ἔβαλες τοὺς δακτύλους» στὰ αὐτιὰ ἑνὸς κωφαλάλου, ἄγγιξες τὴν γλῶσσα του κι ἀμέσως «διηνοίχθησαν αὐτοῦ αἱ ἀκοαὶ καὶ ἐλύθη ὁ δεσμὸς τῆς γλώσσης αὐτοῦ» (Μάρκ. 7,33,35). Κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἀναλήψεώς σου εὐλογεῖς τοὺς μαθητάς σου «ἐπάρας τὰς χεῖρας» σου (Λουκ. 24, 50). Εἶχες συνήθεια νὰ ἐπιθέτης τὰ χέρια στοὺς ἀσθενεῖς καὶ στὰ μικρὰ παιδιά. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἡ ἐπαφὴ τοῦ σώματός σου μὲ τά σώματα τῶν ἀνθρώπων μετέδιδε σὲ αὐτὰ τὰ ἀνθρώπινα σώματα δύναμη, κι ἐνεργοῦσε ἀπελευθερωτικά.
Πολύ συχνὰ μοῦ παρέχεται ἡ εὐκαιρία, νὰ κάνω μία συνηθισμένη χειρονομία: Νὰ δίνω τὸ χέρι μου σὲ ἕναν ἄλλο ἄνθρωπο ἢ νὰ κρατῶ τὸ χέρι, ποὺ μοῦ τείνει ὁ συνάνθρωπός μου, ἢ νὰ σφίγγω τὸ χέρι τοῦ ἄλλου σὲ μία χειραψία. Πρόκειται γιὰ μία ἀπὸ τὶς ἀρχαιώτερες χειρονομίες, ποὺ μᾶς ἔχει κληροδοτήσει ἡ ἀνθρώπινη παράδοση. Ἡ χειραψία περιέχει πολύτιμη ἀξία, σὰν ἕκφραση εἰρήνης κι ἐμπιστοσύνης, σὰν συγκεκριμένη ἐκδήλωση φιλίας.
Μά, τὸ σφίξιμο τοῦ χεριοῦ στὸν χαιρετισμό, ἔχει ἐκφυλισθῆ, ἔχει χάσει τὸ νόημά του σὲ πολλὲς περιπτώσεις. Κατήντησε κάτι τὸ πολὺ κοινὸ καὶ φθηνό, μία συμβατικὴ μορφὴ εὐγενείας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀπουσιάζει ἡ ἀληθινὴ συμμετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Κατέληξε νὰ εἶναι τὸ σημεῖο μιᾶς ἐντελῶς ἀόριστης καλῆς διαθέσεως. Σὲ μερικὲς περιπτώσεις αὐτὴ ἡ χειρονομία ἀποτελεῖ μία πρόκληση γιὰ τὸν ἄλλον, ἢ ἴσως μία πρόσκληση σὲ κάτι κακό. Πόσο ἔχουμε ἀπομακρυνθῆ, Κύριε, ἀπὸ τὸ γενναῖο καὶ πρόθυμο σὲ βοήθεια χέρι, ἀπὸ τὸ χέρι ποὺ δίνει τὴν ἴαση καὶ τὴν δύναμη, ἀπὸ τὸ χέρι σου πού, μέσα στὰ Εὐαγγέλια, βλέπουμε ν’ ἁπλώνης σ’ ἐκείνους, ποὺ πονοῦν ἢ ποὺ βασανίζονται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.
Ἀπὸ σήμερα καὶ πέρα, Κύριε, σοῦ ἀφιερώνω, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπὸ μένα, τούτη τὴν κίνηση τοῦ χεριοῦ, ποὺ ἁπλώνεται γιὰ νὰ δοθῆ ἢ γιὰ νὰ δεχθῆ ἕνα ἄλλο χέρι. Μεταμόρφωσε τὴν χειραψία τῆς συμβατικῆς εὐγενείας σὲ χειραψία ἀγάπης, σὲ πράξη ποὺ σώζει. Κάμε την κάτι ἀντίστοιχο μὲ τὶς δικές σου χειρονομίες, μὲ τὶς κινήσεις σου στὴν διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς σου, ἀνάμεσά μας.
Στὸ εὐαγγελικὸ ἐπεισόδιο τοῦ Πέτρου, τὸν ὁποῖο ἔσωσες στὴν θάλασσα, σὲ βλέπω στὴν ἀρχὴ νὰ ἁπλώνης τὸ χέρι, κι ἔπειτα νὰ τὸν πιάνης. Κάθε φορὰ ποὺ προσφέρω τὸ χέρι μου σὲ κάποιον, ἂς εἶσαι σὺ ὁ ἴδιος ποὺ ἁπλώνεις τὸ χέρι σου σ’ αὐτόν. Κάθε φορὰ ποὺ τὸ χέρι μου πιάνει τὸ χέρι τοῦ ἄλλου, ἂς εἶσαι σὺ ποὺ τὸν πιάνεις, για νὰ τὸν σώσης ἀπὸ τὶς μυστικές του δοκιμασίες, γιά νὰ τὸν κάνης δυνατό, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσης κοντά σου.
Καὶ ἀντιστοίχως, κάθε φορὰ ποὺ θὰ δεχθῶ ἕνα ἁπλωμένο χέρι, κάνε με νὰ πιάνω, μὲ πίστη καὶ ἀγάπη, τὸ δικό σου χέρι. Κράτησέ με μὲ τὸ χέρι τοῦ ἀδελφοῦ μου, ποὺ μὲ κρατᾶ, κάνε με δικό σου. Ἂς ἀκούω στὶς περιπτώσεις αὐτὲς τὴν φωνή σου, νὰ μοῦ λέγη: «Θές με ὡς σφραγῖδα ἐπὶ τὴν καρδίαν σου, ὡς σφραγῖδα ἐπὶ τὸν βραχίονά σου» (Ἆσμα Ἀσμ. 8,6).
Μόνον ἕνα πολὺ καθαρὸ ἀνθρώπινο χέρι, ἕνα χέρι πρόθυμο, ὑπάκουο καὶ εὔχρηστο στὶς ἐπιταγὲς τοῦ πνεύματός σου, μόνο αὐτό– ἂς τολμήσω νὰ πῶ – θὰ μποροῦσε νὰ σοῦ χρησιμεύση γιὰ χέρι. Ἕνα χέρι ποὺ κατήντησε ἄστατο, νωθρὸ καὶ νεκρό, δὲν θὰ ἧταν σὲ θέση νὰ μεταδώση ἢ νὰ δεχθῆ τὴν χάρη σου.
Κάποια μέρα, μέσα σὲ μία συναγωγή, ἀντάμωσες ἕναν ἄνθρωπο «ἐξηραμμένην ἔχοντα τὴν χεῖρα». Τοῦ εἶπες νὰ σηκωθῆ καὶ ν’ ἁπλώση τὸ χέρι του. «Καὶ ἐξέτεινε καὶ ἀποκατεστάθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ» (Μάρκ. 3, 5).
Κύριε, τὰ ἐγωιστικά μου πάθη μοῦ ἔχουν ξηράνει τὸ χέρι. Στέκομαι ἐμπρός σου καὶ σοῦ τὸ δείχνω. Κατάστησέ το ὑγιές. Κάμε το καινούργιο, εὐαίσθητο στὴν ἐνέργειά σου, ὑπάκουο. Ὅταν τὸ χέρι μου τὸ κρατάη ἕνα ἄλλο χέρι, σ’ ὅποιον κι ἂν ἀνήκη αὐτὸ τὸ ἄλλο χέρι, ἂς σὲ ἀκούω νὰ μοῦ λές: «Ἀκουμπῶ ἐπάνω σου τὸ χέρι μου, γιὰ νὰ εἶσαι δικός μου». Ὅταν ἐγὼ σφίγγω ἕνα ἄλλο χέρι, ἂς σὲ ἀκούω νὰ μοῦ λές: «Σὲ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, ἐγὼ ὁ Ἰησοῦς, ἀκουμπῶ τὸ δικό μου χέρι. Διότι ἰδού, κατέστησα τὸ χέρι σου δικό μου χέρι».
(Πηγή: Παρουσία τοῦ Χριστ0ῦ, γραμμένο ἀπὸ Λεβ Ζιλε, ἕναν μοναχὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς, μεταφρασμένο ἀπὸ τὰ Γαλλικὰ ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Βρεσθένης Δημήτριο Τρακατέλλη, δεύτερη ἔκδοση «Ἐκδόσεις Δόμος», Ἀθήνα 1982, σσ. 64-69).
Άλλη Όψις
Κύριε Ἰησοῦ, οἱ φυσικές σου συνήθειες καὶ κινήσεις ἔχουν πολλὴ σημασία, γιὰ τὴν προσπάθεια τῆς πνευματικῆς μας περισυλλογῆς. Κάθε μία ἀπὸ τὶς κινήσεις, ποὺ ἔκανες μὲ τὸ σῶμα σου, ὅπως μᾶς τὶς διέσωσαν τὰ Εὐαγγέλια, ἔχει ἕνα βαθὺ πνευματικὸ νόημα. Ἄραγε, οἱ συνηθισμένες χειρονομίες σου μποροῦν νὰ ἐμπνεύσουν τὶς δικές μου;
Πραγματικά, ἂν ἐξαιρέσω τὸ Πάθος σου, ποὺ παραμένει μοναδικό, οἱ κινήσεις, ποὺ ἔκανες, εἶναι κινήσεις, ποὺ κάνουν οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι. Οἱ χειρονομίες σου εἶναι οἱ καθημερινές μας χειρονομίες, οἱ χειρονομίες τῆς κάθε ὥρας. Ἡ στάση σου καὶ ἡ στάση μας ὑπῆρξαν οἱ ἴδιες, ἐφ’ ὅσον ἐκφράζονταν ἐξωτερικὰ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Καὶ τοῦτο, κι ὅταν ἀκόμη ἐνεργοῦσες ἕνα θαῦμα. Ὅμως, ὑπάρχει ἡ διαφορά. Ἡ διαφορὰ συνίσταται στὶς διαθέσεις τῆς ψυχῆς, ἀπὸ τὶς ὁποῖες προκύπτουν οἱ διάφορες φυσικὲς κινήσεις καὶ χειρονομίες.
Ἐρώτησα προηγουμένως: Οἱ χειρονομίες σου μποροῦν νὰ ἐμπνεύσουν τὶς δικές μου; Αὐτὸ βέβαια δὲν σημαίνει, τὸ νὰ διερωτῶμαι συνεχῶς καὶ σὲ κάθε περίπτωση: «Τί χειρονομία θὰ ἔκανε τώρα ὁ Ἰησοῦς»; Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι νὰ φαντασθῶ τὶς ἐξαιρετικές σου χειρονομίες, ποὺ θὰ ἔκανες ἂν βρισκόσουν μπροστὰ σὲ μία ἀπὸ τὶς περιπτώσεις, ποὺ ἀντιμετωπίζω. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ βρῶ, μὲ τί πνεῦμα ἔκανες, καὶ μὲ τί πνεῦμα θὰ πραγματοποιοῦσες τὶς κινήσεις, ποὺ ἑτοιμάζομαι νὰ κάνω, ἢ ποὺ βλέπω ὅτι πρέπει νὰ κάνω.
Δὲν ὑπάρχει καμμία μου στάση, καμμία μου κίνηση, ποὺ δὲν θὰ μποροῦσα νὰ τὴν ἀνανεώσω καὶ νὰ τὴν γεμίσω μὲ πνεῦμα – ἐννοεῖται πὼς μόνον ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ δώση τὸ πνεῦμα αὐτό. Αὐτὴ ἡ ἀνανέωση θὰ γινόταν, ἂν προσπαθοῦσα νὰ συμμορφώσω τὶς κινήσεις μου πρὸς τὶς δικές σου ἤ, μᾶλλον, νὰ σὲ ἀφήσω νὰ τὶς μεταμορφώσης, ὥστε νὰ γίνουν μία συμμετοχὴ στὶς δικές σου.
Ἂς πάρω, σὰν παράδειγμα, τὴν σιωπή σου. Ἡ σιωπή μου, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ὀκνηρία, τὴν δειλία, τὸν θυμό, τὴν περιφρόνηση, τὴν μνησικακία, εἶναι ἄγονη καὶ κακή. Ἐνῶ ἀντίθετα, εἶναι τόσο ἱερή, μία σιωπὴ ποὺ συνίσταται στὴν εἴσοδο καὶ συμμετοχή μου στὴν δική σου σιωπή; Τὴν σιωπή σου μὲ τὸν Πατέρα, τὴν σιωπή σου ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου – «ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐσιώπα» (Ματθ. 26,63) – τὴν σιωπή σου τῆς περισυλλογῆς καὶ ὡριμότητος, ποὺ προετοιμάζει τὸν λόγο καὶ τὸν καθιστᾶ γόνιμο.
Ἕνα ἄλλο πολὺ ἁπλὸ παράδειγμα. Ὁ λαός σου εἶχε τὴν συνήθεια νὰ προσεύχεται ὄρθιος. Σὲ μία μόνον περίπτωση τὸ Εὐαγγέλιο σὲ παρουσιάζει νὰ προσεύχεσαι γονατιστός. Πρόκειται γιὰ τὴν ὥρα τῆς ἀγωνίας σου στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Ἀλλοίμονο! Τόσο συχνὰ οἱ προσευχές, ποὺ κάνω γονατιστός, εἶναι ἐπηρεασμένες ἀπὸ τὴν ρουτίνα καὶ στεροῦνται βάθους! (Καὶ ὁπωσδήποτε παρουσιάζονται τόσο διαφορετικὲς ἀπὸ τὸ γεμᾶτο πάθος πέσιμο στὰ γόνατα, ἐνώπιόν σου, τοῦ Πέτρου, τῆς Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς, πολλῶν ἀσθενῶν!). Κύριε, δῶσε τὸ πνεῦμα σου στὸ γονάτισμά μου. Κάμε, ὥστε τὸ κάθε γονάτισμά μου νὰ εἶναι ὄχι μόνο μία βαθειὰ κι εὐλαβικὴ προσκύνηση ἐνώπιόν σου, ἀλλὰ καὶ μία ἕνωση, μία συμμετοχή μου στὸ δικό σου γονάτισμα ἐνώπιον τοῦ Πατρός σου στὴν Γεθσημανῆ.
Μεταξὺ τῶν κινήσεών μου, τῶν πιὸ συνηθισμένων, ὑπάρχει καὶ μία, ποὺ θὰ ποθοῦσα ἰδιαίτερα νὰ τὴν ἐνσωματώσω σὲ κάποια ἀντίστοιχη δική σου: Εἶναι ἡ κίνηση, ποὺ θὰ τὴν ὠνόμαζα «κίνηση τοῦ ἁπλωμένου χεριοῦ». Ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ἔχω θέσει στὴν ἀρχὴ αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου, σὲ παρουσιάζει νὰ ἁπλώνης τὸ χέρι καὶ νὰ πιάνης τὸν Πέτρο, τὴν στιγμὴ ποὺ βυθιζόταν στὴν θάλασσα. Συχνὰ τὸ χέρι σου ἔκανε μία σωστικὴ χειρονομία, τῆς ὁποίας τὸ νόημα, τὴν ἴδια στιγμή, ἐξέφραζαν τὰ λόγια σου. «Ἐκράτησας τῆς χειρὸς» τῆς κόρης τοῦ ἀρχισυναγώγου, ποὺ μόλις εἶχε πεθάνει, καὶ «ἠγέρθη τὸ κοράσιον» (Ματθ. 9, 25). Πῆρες ἀπὸ τὸ χέρι ἕναν τυφλό, ἀκούμπησες τὸ χέρι σου στὰ μάτια του καὶ θεραπεύθηκε. «Ἔβαλες τοὺς δακτύλους» στὰ αὐτιὰ ἑνὸς κωφαλάλου, ἄγγιξες τὴν γλῶσσα του κι ἀμέσως «διηνοίχθησαν αὐτοῦ αἱ ἀκοαὶ καὶ ἐλύθη ὁ δεσμὸς τῆς γλώσσης αὐτοῦ» (Μάρκ. 7,33,35). Κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἀναλήψεώς σου εὐλογεῖς τοὺς μαθητάς σου «ἐπάρας τὰς χεῖρας» σου (Λουκ. 24, 50). Εἶχες συνήθεια νὰ ἐπιθέτης τὰ χέρια στοὺς ἀσθενεῖς καὶ στὰ μικρὰ παιδιά. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἡ ἐπαφὴ τοῦ σώματός σου μὲ τά σώματα τῶν ἀνθρώπων μετέδιδε σὲ αὐτὰ τὰ ἀνθρώπινα σώματα δύναμη, κι ἐνεργοῦσε ἀπελευθερωτικά.
Πολύ συχνὰ μοῦ παρέχεται ἡ εὐκαιρία, νὰ κάνω μία συνηθισμένη χειρονομία: Νὰ δίνω τὸ χέρι μου σὲ ἕναν ἄλλο ἄνθρωπο ἢ νὰ κρατῶ τὸ χέρι, ποὺ μοῦ τείνει ὁ συνάνθρωπός μου, ἢ νὰ σφίγγω τὸ χέρι τοῦ ἄλλου σὲ μία χειραψία. Πρόκειται γιὰ μία ἀπὸ τὶς ἀρχαιώτερες χειρονομίες, ποὺ μᾶς ἔχει κληροδοτήσει ἡ ἀνθρώπινη παράδοση. Ἡ χειραψία περιέχει πολύτιμη ἀξία, σὰν ἕκφραση εἰρήνης κι ἐμπιστοσύνης, σὰν συγκεκριμένη ἐκδήλωση φιλίας.
Μά, τὸ σφίξιμο τοῦ χεριοῦ στὸν χαιρετισμό, ἔχει ἐκφυλισθῆ, ἔχει χάσει τὸ νόημά του σὲ πολλὲς περιπτώσεις. Κατήντησε κάτι τὸ πολὺ κοινὸ καὶ φθηνό, μία συμβατικὴ μορφὴ εὐγενείας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀπουσιάζει ἡ ἀληθινὴ συμμετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Κατέληξε νὰ εἶναι τὸ σημεῖο μιᾶς ἐντελῶς ἀόριστης καλῆς διαθέσεως. Σὲ μερικὲς περιπτώσεις αὐτὴ ἡ χειρονομία ἀποτελεῖ μία πρόκληση γιὰ τὸν ἄλλον, ἢ ἴσως μία πρόσκληση σὲ κάτι κακό. Πόσο ἔχουμε ἀπομακρυνθῆ, Κύριε, ἀπὸ τὸ γενναῖο καὶ πρόθυμο σὲ βοήθεια χέρι, ἀπὸ τὸ χέρι ποὺ δίνει τὴν ἴαση καὶ τὴν δύναμη, ἀπὸ τὸ χέρι σου πού, μέσα στὰ Εὐαγγέλια, βλέπουμε ν’ ἁπλώνης σ’ ἐκείνους, ποὺ πονοῦν ἢ ποὺ βασανίζονται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.
Ἀπὸ σήμερα καὶ πέρα, Κύριε, σοῦ ἀφιερώνω, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπὸ μένα, τούτη τὴν κίνηση τοῦ χεριοῦ, ποὺ ἁπλώνεται γιὰ νὰ δοθῆ ἢ γιὰ νὰ δεχθῆ ἕνα ἄλλο χέρι. Μεταμόρφωσε τὴν χειραψία τῆς συμβατικῆς εὐγενείας σὲ χειραψία ἀγάπης, σὲ πράξη ποὺ σώζει. Κάμε την κάτι ἀντίστοιχο μὲ τὶς δικές σου χειρονομίες, μὲ τὶς κινήσεις σου στὴν διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς σου, ἀνάμεσά μας.
Στὸ εὐαγγελικὸ ἐπεισόδιο τοῦ Πέτρου, τὸν ὁποῖο ἔσωσες στὴν θάλασσα, σὲ βλέπω στὴν ἀρχὴ νὰ ἁπλώνης τὸ χέρι, κι ἔπειτα νὰ τὸν πιάνης. Κάθε φορὰ ποὺ προσφέρω τὸ χέρι μου σὲ κάποιον, ἂς εἶσαι σὺ ὁ ἴδιος ποὺ ἁπλώνεις τὸ χέρι σου σ’ αὐτόν. Κάθε φορὰ ποὺ τὸ χέρι μου πιάνει τὸ χέρι τοῦ ἄλλου, ἂς εἶσαι σὺ ποὺ τὸν πιάνεις, για νὰ τὸν σώσης ἀπὸ τὶς μυστικές του δοκιμασίες, γιά νὰ τὸν κάνης δυνατό, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσης κοντά σου.
Καὶ ἀντιστοίχως, κάθε φορὰ ποὺ θὰ δεχθῶ ἕνα ἁπλωμένο χέρι, κάνε με νὰ πιάνω, μὲ πίστη καὶ ἀγάπη, τὸ δικό σου χέρι. Κράτησέ με μὲ τὸ χέρι τοῦ ἀδελφοῦ μου, ποὺ μὲ κρατᾶ, κάνε με δικό σου. Ἂς ἀκούω στὶς περιπτώσεις αὐτὲς τὴν φωνή σου, νὰ μοῦ λέγη: «Θές με ὡς σφραγῖδα ἐπὶ τὴν καρδίαν σου, ὡς σφραγῖδα ἐπὶ τὸν βραχίονά σου» (Ἆσμα Ἀσμ. 8,6).
Μόνον ἕνα πολὺ καθαρὸ ἀνθρώπινο χέρι, ἕνα χέρι πρόθυμο, ὑπάκουο καὶ εὔχρηστο στὶς ἐπιταγὲς τοῦ πνεύματός σου, μόνο αὐτό– ἂς τολμήσω νὰ πῶ – θὰ μποροῦσε νὰ σοῦ χρησιμεύση γιὰ χέρι. Ἕνα χέρι ποὺ κατήντησε ἄστατο, νωθρὸ καὶ νεκρό, δὲν θὰ ἧταν σὲ θέση νὰ μεταδώση ἢ νὰ δεχθῆ τὴν χάρη σου.
Κάποια μέρα, μέσα σὲ μία συναγωγή, ἀντάμωσες ἕναν ἄνθρωπο «ἐξηραμμένην ἔχοντα τὴν χεῖρα». Τοῦ εἶπες νὰ σηκωθῆ καὶ ν’ ἁπλώση τὸ χέρι του. «Καὶ ἐξέτεινε καὶ ἀποκατεστάθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ» (Μάρκ. 3, 5).
Κύριε, τὰ ἐγωιστικά μου πάθη μοῦ ἔχουν ξηράνει τὸ χέρι. Στέκομαι ἐμπρός σου καὶ σοῦ τὸ δείχνω. Κατάστησέ το ὑγιές. Κάμε το καινούργιο, εὐαίσθητο στὴν ἐνέργειά σου, ὑπάκουο. Ὅταν τὸ χέρι μου τὸ κρατάη ἕνα ἄλλο χέρι, σ’ ὅποιον κι ἂν ἀνήκη αὐτὸ τὸ ἄλλο χέρι, ἂς σὲ ἀκούω νὰ μοῦ λές: «Ἀκουμπῶ ἐπάνω σου τὸ χέρι μου, γιὰ νὰ εἶσαι δικός μου». Ὅταν ἐγὼ σφίγγω ἕνα ἄλλο χέρι, ἂς σὲ ἀκούω νὰ μοῦ λές: «Σὲ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, ἐγὼ ὁ Ἰησοῦς, ἀκουμπῶ τὸ δικό μου χέρι. Διότι ἰδού, κατέστησα τὸ χέρι σου δικό μου χέρι».
(Πηγή: Παρουσία τοῦ Χριστ0ῦ, γραμμένο ἀπὸ Λεβ Ζιλε, ἕναν μοναχὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς, μεταφρασμένο ἀπὸ τὰ Γαλλικὰ ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Βρεσθένης Δημήτριο Τρακατέλλη, δεύτερη ἔκδοση «Ἐκδόσεις Δόμος», Ἀθήνα 1982, σσ. 64-69).
Άλλη Όψις
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 54974
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
ΤΑ ΙΕΡΆ ΆΓΙΑ ΛΕΊΨΑΝΑ
Τα ιερά λείψανα των Αγίων είναι οι ζωντανές μαρτυρίες της αλήθειας της πίστεώς μας.
Ευωδιάζουν, μυροβλύζουν, θαυματουργούν. Δεν είναι αντικείμενα μαγικά, που φέρουν από μόνα τους κάποια υπέρλογη δύναμη, αλλά δοχεία της Θείας Χάριτος. Η Θεία Χάρις είναι αυτή που ενεργεί δι’ αυτών. Ο ίδιος ο Θεός είναι αυτός που θαυματουργεί μέσα από τους Αγίους Του.
Η δόξα των αγίων λειψάνων αποτελεί προεικόνιση αυτής της νέας, της δοξασμένης κατάστασης του σώματος. Ή τιμή πού αποδίδεται σ’ αυτά στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί μία ακόμη μαρτυρία της πίστης μας στην καθολική δόξα του ανθρώπου. Ή αγιαστική χάρη εκφράζεται στα ιερά λείψανα με ευωδία, για την οποία κάνει λόγο η αγία Γραφή και επιτελεί θαύματα.
Σύμφωνα με την πίστη της πρώτης Εκκλησίας η θεία χάρη μεταδίδεται σε καθετί που βρίσκεται σε επαφή με τους αγίους. "Ακόμη και τα ενδύματα των άγιων είναι σεβαστά σε όλη την κτίση", αναφέρει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και μνημονεύει τη μηλωτή του Ηλία, τα υποδήματα των τριών παίδων, που κατανίκησαν τη φωτιά, τη ράβδο του Μωϋση που έκανε τόσα θαύματα, τα ενδύματα του Παύλου, τη σκιά του Πέτρου κ.ά.
Ο Μέγας Βασίλειος, γράφει ότι "όποιος αγγίζει οστά μάρτυρος μεταλαμβάνει της αγιαστικής χάριτος, που βρίσκεται σ’ αυτά". Το ίδιο διδάσκει και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, μιλώντας για τους μάρτυρες "των οποίων και τα σώματα ακόμη έχουν τόση δύναμη, όση και οι άγιες ψυχές τους, όταν τα αγγίζουμε ή όταν τα τιμούμε". Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μάλιστα, τονίζει ότι "όχι μόνο τα οστά των μαρτύρων, αλλά και οι τάφοι και οι λάρνακες αυτών πολλήν ευλογία αναβλύζουν", και προσθέτει "κάθε χριστιανική πολιτεία, που έχει λείψανα των αγίων, έχει κάστρα και τείχη γύρω της".
Προσκυνώντας τα ιερά λείψανα, τιμούμε τον συγκεκριμένο Άγιο αλλά συγχρόνως προσκυνούμε τον Αληθινό Τριαδικό Θεό που χαρίτωσε τον Άγιο, που τον αγίασε ψυχοσωματικά. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να αγιάσει αφ’ εαυτού του, αυτονομημένος από τον Θεό. Ο Θεός είναι αυτός που καθαρίζει, θεραπεύει και αγιάζει τον άνθρωπο. Φυσικά με την συνεργασία του ανθρώπου, που ασκείται ταπεινά και μετέχει στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας.
Τα ιερά λείψανα των Αγίων είναι οι ζωντανές μαρτυρίες της αλήθειας της πίστεώς μας.
Ευωδιάζουν, μυροβλύζουν, θαυματουργούν. Δεν είναι αντικείμενα μαγικά, που φέρουν από μόνα τους κάποια υπέρλογη δύναμη, αλλά δοχεία της Θείας Χάριτος. Η Θεία Χάρις είναι αυτή που ενεργεί δι’ αυτών. Ο ίδιος ο Θεός είναι αυτός που θαυματουργεί μέσα από τους Αγίους Του.
Η δόξα των αγίων λειψάνων αποτελεί προεικόνιση αυτής της νέας, της δοξασμένης κατάστασης του σώματος. Ή τιμή πού αποδίδεται σ’ αυτά στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί μία ακόμη μαρτυρία της πίστης μας στην καθολική δόξα του ανθρώπου. Ή αγιαστική χάρη εκφράζεται στα ιερά λείψανα με ευωδία, για την οποία κάνει λόγο η αγία Γραφή και επιτελεί θαύματα.
Σύμφωνα με την πίστη της πρώτης Εκκλησίας η θεία χάρη μεταδίδεται σε καθετί που βρίσκεται σε επαφή με τους αγίους. "Ακόμη και τα ενδύματα των άγιων είναι σεβαστά σε όλη την κτίση", αναφέρει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και μνημονεύει τη μηλωτή του Ηλία, τα υποδήματα των τριών παίδων, που κατανίκησαν τη φωτιά, τη ράβδο του Μωϋση που έκανε τόσα θαύματα, τα ενδύματα του Παύλου, τη σκιά του Πέτρου κ.ά.
Ο Μέγας Βασίλειος, γράφει ότι "όποιος αγγίζει οστά μάρτυρος μεταλαμβάνει της αγιαστικής χάριτος, που βρίσκεται σ’ αυτά". Το ίδιο διδάσκει και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, μιλώντας για τους μάρτυρες "των οποίων και τα σώματα ακόμη έχουν τόση δύναμη, όση και οι άγιες ψυχές τους, όταν τα αγγίζουμε ή όταν τα τιμούμε". Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μάλιστα, τονίζει ότι "όχι μόνο τα οστά των μαρτύρων, αλλά και οι τάφοι και οι λάρνακες αυτών πολλήν ευλογία αναβλύζουν", και προσθέτει "κάθε χριστιανική πολιτεία, που έχει λείψανα των αγίων, έχει κάστρα και τείχη γύρω της".
Προσκυνώντας τα ιερά λείψανα, τιμούμε τον συγκεκριμένο Άγιο αλλά συγχρόνως προσκυνούμε τον Αληθινό Τριαδικό Θεό που χαρίτωσε τον Άγιο, που τον αγίασε ψυχοσωματικά. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να αγιάσει αφ’ εαυτού του, αυτονομημένος από τον Θεό. Ο Θεός είναι αυτός που καθαρίζει, θεραπεύει και αγιάζει τον άνθρωπο. Φυσικά με την συνεργασία του ανθρώπου, που ασκείται ταπεινά και μετέχει στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας.