ΑΓΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ- Περί του αγαθού της ΥΠΟΜΟΝΗΣ
Η σωτήρια εντολή του Κυρίου και διδασκάλου μας είναι η εξής: ««Ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται» (Ματθ. 10, 22· 24, 13. Μαρκ. 13, 13)⸱ καὶ πάλι: «Ἐὰν μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ, ἀληθῶς μαθηταί μού ἐστε⸱ καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ιω 8, 31-32). Πρέπει να υπομένουμε και να επιμένουμε, φίλτατοι αδελφοί, ώστε να γίνουμε δεκτοί στην ελπίδα της αληθείας και της ελευθερίας και να μπορέσουμε να φθάσουμε στην ίδια την αλήθεια και την ελευθερία⸱ διότι αυτό ακριβώς, το ότι είμαστε Χριστιανοί, είναι θέμα πίστεως και ελπίδος.
Όμως, για να μπορέσουν η ελπίδα και η πίστη να φθάσουν στον καρπό τους, χρειάζονται την υπομονή. Δεν επιδιώκουμε την παρούσα δόξα, αλλά τη μέλλουσα, σύμφωνα με αυτό που υπενθυμίζει και λέει ο απόστολος Παύλος: «Τῇ ἐλπίδι ἐσώθημεν. Ἐλπὶς δὲ βλεπομένη οὐκ ἔστιν ἐλπίς. Ὃ γὰρ βλέπει τις, τί καὶ ἐλπίζει; Εἰ δὲ ὃ οὐ βλέπομεν ἐλπίζομεν, διὰ προσδοκίας ἐλπίζομεν» (Ρω 8, 24-25). Η προσδοκία και η υπομονή είναι απαραίτητες, ώστε να εκπληρώσουμε αυτό που αρχίσαμε και να λάβουμε αυτό που ελπίζουμε και πιστεύουμε, το οποίο παρέχει ο Θεός.
Επίσης σε άλλη περικοπή ο ίδιος απόστολος νουθετεί και διδάσκει όσους είναι δίκαιοι, αγαθοεργούν δε και αποθέτουν για τον εαυτό τους τους θησαυρούς του ουρανού, των οποίων τον τόκο αυξάνει ο Θεός. Λέει, λοιπόν, τα εξής: «Ἄρα ὡς καιρὸν ἔχομεν, ἐργαζώμεθα τὸ ἀγαθὸν πρὸς πάντας, μάλιστα δὲ πρὸς τοὺς οἰκείους τῆς πίστεως. Τὸ δὲ καλὸν ποιοῦντες μὴ ἐκκακῶμεν⸱ καιρῷ γὰρ ἰδίῳ θερίσομεν» (Γαλ. 6, 10, 9).
Συμβουλεύει να μη δυσανασχετεί κάποιος και αποκάμει εργαζόμενος⸱ να μη απομακρυνθεί κάποιος από τον δρόμο, ενώ είναι στο μέσον του επαίνου και της δόξας, τον αποτρέψουν και τον νικήσουν οι δοκιμασίες και χάσει όσα προηγήθηκαν⸱ εφ’ όσον όσα άρχισαν, παύουν να είναι τέλεια, όπως λέει η Γραφή: «Δικαιοσύνη δικαίου οὐ μὴ ἐξελεῖται αὐτὸν ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ πλανηθῇ» (Ιεζ 33, 12)⸱ καὶ πάλι: «Κράτει ὃ ἔχεις, ἵνα μὴ ἕτερος λάβῃ τὸν στέφανόν σου» (Αποκ. 3, 11).
Με αυτά τα λόγια προτρέπει να επιμένουμε με υπομονή και γενναιότητα, ώστε όποιος έχει πεποίθηση στο στεφάνι, ενώ ο έπαινος είναι ήδη πολύ κοντά, να στεφανωθεί, διότι έχει σταθερή υπομονή.
Όμως η υπομονή, φίλτατοι αδελφοί, όχι μόνο διαφυλάσσει τα αγαθά, αλλά και απωθεί όσα είναι εναντίον μας. Ευνοεί το Πνεύμα το Άγιο, προσηλώνεται στα ουράνια και θεία, αντιτίθεται στα έργα της σάρκας και του σώματος, τα οποία καταπολεμούν και αιχμαλωτίζουν την ψυχή, και ανθίσταται από τον προμαχώνα των αρετών της. Επομένως ας παρατηρούμε τα λίγα από τα πολλά, ώστε από τα λίγα να καταλαβαίνουμε και τα υπόλοιπα.
Η μοιχεία, η απάτη, η ανθρωποκτονία είναι θανάσιμα αμαρτήματα. Ας είναι η υπομονή δυνατή και σταθερή στην καρδιά. Το σώμα δεν αγιάζεται με τη μοιχεία και ο ναός του Θεού μολύνεται. Η αθωότητα, που αφιερώνεται στη δικαιοσύνη, δεν μιαίνεται με το μίασμα της απάτης και ούτε το χέρι, που προσέφερε την Ευχαριστία, μιαίνεται με το μαχαίρι και το αίμα.
Η αγάπη είναι σύνδεσμος της αδελφωσύνης, θεμέλιο της ειρήνης, αδιάσπαστος και σταθερός δεσμός της ενότητας, ανώτερη από την ελπίδα και την πίστη (πρβλ. Α΄ Κορ. 13, 13), είναι ανώτερη των έργων και των μαρτυρίων και θα παραμείνει μαζί μας πάντοτε, αιώνια, στην ουράνια βασιλεία. Αφαίρεσε από την αγάπη την υπομονή και, έρημη πλέον, δεν έχει διάρκεια. Αφαίρεσε την ουσία της υπομονής και της ανοχής, και θα παραμείνει χωρίς καμμία ρίζα και δύναμη.
Γι’ αυτό, όταν ο απόστολος μιλούσε για την αγάπη, προσέθεσε την καρτερία και την υπομονή. «Ἡ ἀγάπη», λέει, «μακροθυμεῖ, ἡ ἀγάπη χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, οὐ φυσιοῦται, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν⸱ πάντα στέργει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει» (Α΄ Κορ. 13, 4-5). Με αυτό καταδεικνύει ότι μπορεί να παραμένει πολύ σταθερή, επειδή ξέρει να υπομένει τα πάντα. Σε άλλη δε περικοπή «ἀνεχόμενοι ἀλλήλων», λέει, «ἐν ἀγάπῃ, σπουδάζοντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης» (Εφ 4, 2-3).
Αποδεικνύει ότι ούτε την ενότητα μπορούμε να τηρήσουμε ούτε την ειρήνη, εάν οι αδελφοί δεν περιβάλλουν ένας τον άλλο με αμοιβαία υπομονή και δεν διαφυλάσσουν τον δεσμό της ομόνοιας με ενδιάμεση την υπομονή.
Γιατί, λοιπόν, να μη ορκίζεσαι, να μη κακολογείς, να μη απαιτείς τα δικά σου που στερήθηκες, όταν ραπίζεσαι, να δίνεις και το άλλο μάγουλο σε αυτόν που σε κτυπά (πρβλ. Ματθ. 5, 39)⸱ τον αδελφό που αμαρτάνει σε σένα όχι μόνον να τον συγχωρείς εβδομήντα φορές το επτά, αλλά να τον συγχωρείς για ό,τι αμάρτησε απέναντί σου (πρβλ. Ματθ. 18, 22)⸱ να αγαπάς τους εχθρούς σου, να προσεύχεσαι για τους εχθρούς και τους διώκτες; (πρβλ. Ματθ. 5, 44). Μήπως θα μπορέσεις να τα υπομείνεις αυτά, αν δεν έχεις σταθερή υπομονή και καρτερία;
Βλέπουμε ότι αυτό έκανε ο Στέφανος, ο οποίος, όταν οι Ιουδαίοι τον φόνευσαν με βιαιότητα και λιθοβολισμό, δεν ζητούσε τιμωρία, αλλά συγχωρούσε τους φονείς. Έλεγε: «Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην» (Πραξ. 7, 60). Έτσι έπρεπε να είναι του Χριστού ο πρωτομάρτυρας, ο οποίος με ένδοξο θάνατο προηγήθηκε από τους μάρτυρες που θα ακολουθούσαν⸱ και όχι μόνον ήταν διαπρύσιος κήρυκας του Πάθους του Κυρίου, αλλά μιμήθηκε την πραότητα και τη μέγιστη υπομονή Του.
Τι να πω για την οργή, τη διχόνοια, την υποκρισία, οι οποίες δεν πρέπει να υπάρχουν στον Χριστιανό; Ας υπάρχει η υπομονή στην καρδιά, και αυτά δεν μπορούν να έχουν θέση εκεί⸱ ή, εάν επιχειρήσουν να υπάρξουν, αμέσως αποκλείονται και αποχωρούν⸱ ώστε να παραμείνει ειρηνικό το κατοικητήριο στην καρδιά, όπου ευφραίνεται να κατοικεί ο Θεός. Επίσης ο απόστολος υπενθυμίζει και διδάσκει τα εξής: «Μὴ λυπεῖτε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον τοῦ Θεοῦ, ἐν ᾧ ἐσφραγίσθητε εἰς ἡμέραν ἀπολυτρώσεως. Πᾶσα πικρία καὶ θυμὸς καὶ ὀργὴ καὶ κραυγὴ καὶ βλασφημία ἀρθήτω ἀφ’ ὑμῶν» (Εφ 4, 30-31).
Εάν, δηλαδή, ο Χριστιανός είναι ανώτερος από τη μανία και την έχθρα της σάρκας σαν τις θύελλες της θαλάσσης, και άρχισε να είναι γαλήνιος και ήρεμος στο λιμάνι του Χριστού, οφείλει να μη αποδέχεται ούτε την οργή ούτε τη διχόνοια μέσα στην καρδιά του⸱ και δεν επιτρέπεται ούτε κακό αντί κακού να ανταποδίδει (πρβλ. Ρωμ. 12, 17), ούτε να μισεί.
Η υπομονή είναι απαραίτητη ακόμη και για όσα βλάπτουν το σώμα και όσα συχνά και επίμονα βασανίζουν το σώμα, με τα οποία το ανθρώπινο γένος ταλαιπωρείται και ταράσσεται. Επειδή με εκείνην την πρώτη παράβαση της εντολής χάσαμε την υγεία του σώματος μαζί με την αθανασία και μαζί με τον θάνατο ήλθε και η αρρώστια, δεν μπορούμε δε να ανακτήσουμε την υγεία, παρά μόνον όταν ανακτήσουμε και την αθανασία, πρέπει πάντοτε, μέσα σε αυτήν την ευπάθεια και την αδυναμία του σώματος, να παλεύουμε και να πολεμάμε.
Αυτήν δε την πάλη και τον πόλεμο δεν μπορούμε να βαστάξουμε, παρά μόνο με τις δυνάμεις της υπομονής. Όμως, εφ’ όσον εμείς πρέπει να προσπαθούμε και να δοκιμαζόμαστε, εισέρχονται στην ζωή μας διάφορες θλίψεις και προστίθεται πολλαπλή ποικιλία πειρασμών από τη μείωση του πλούτου, από τη σφοδρότητα του πυρετού, από τους πόνους των τραυμάτων, από την απώλεια των αγαπητών μας.
Τίποτε άλλο δεν ξεχωρίζει περισσότερο τους αδίκους από τους δικαίους από το ότι στις δυσκολίες μας ο άδικος μεμψιμοιρεί, δεν έχει υπομονή και βλασφημεί, ο δε δίκαιος δοκιμάζεται με την υπομονή, όπως λέει η Γραφή: «Ἐν θλίψει ὑπόμενε καὶ ἐν τῇ ταπεινώσει σου ὑπομονὴν ἔχε, ὅτι ἐν πυρὶ δοκιμάζεται χρυσὸς καὶ ἄργυρος» (Σοφ. Σειρ. 2, 4-5).
Έτσι ο Ιώβ “ζυγίσθηκε” και δοκιμάσθηκε και έφθασε στην υψίστη κορυφή του επαίνου, χάρη στην αρετή της υπομονής. Πόσα βέλη του έριξε ο διάβολος, πόσα βασανιστήρια του επέφερε! Πλήττεται με την απώλεια της περιουσίας⸱ προστίθεται η στέρηση των πολλών τέκνων⸱ πλούσιος κύριος με χρήματα και πλουσιώτερος πατέρας με τα τέκνα και ξαφνικά ούτε κύριος ούτε πατέρας είναι. Ακόμη είναι οι φοβερές πληγές, αλλ’ επιπλέον τον φθείρει και η τιμωρία με τα ολόσωμα σκουλήκια που λιώνουν και ρέουν και τον κατατρώγουν.
Προκειμένου δε να μη απομείνει απολύτως τίποτε που να μη δοκιμασθεί ο Ιώβ στους πειρασμούς του, ο διάβολος αρματώνεται και τη γυναίκα. Χρησιμοποιεί εκείνο το παλαιό τέχνασμα της πονηρίας του, τάχα για να μπορέσει, με τη γυναίκα, να εξαπατήσει και ξεγελάσει όλους, κάτι που έκανε στην αρχή. Όμως ο Ιώβ δεν “σπάζει” με τις βαριές και πυκνές προσβολές και έτσι με εκείνες τις στενοχώριες και τις πιέσεις διακηρύσσεται η ευλογία του Θεού, διότι νίκησε η υπομονή.
Επίσης ο Τωβίας, μετά από τα μεγαλοπρεπή έργα της δικαιοσύνης και της ελεημοσύνης του, δοκιμάσθηκε με το να χάσει το φως⸱ και όσο βάσταξε με υπομονή την τύφλωση, τόσο πιο πολύ αξιώθηκε να τον επαινέσει ο Θεός για την υπομονή του.
Προκειμένου να γίνει περισσότερο καταφανές, φίλτατοι αδελφοί, το αγαθό της υπομονής, ας εξετάσουμε τι κακό εξ αντιθέτου εισάγει η έλλειψη υπομονής. Όπως η υπομονή είναι αγαθό του Χριστού, έτσι αντιθέτως η έλλειψη υπομονής είναι κακό του διαβόλου⸱ και, όπως σε όποιον κατοικεί και μένει ο Χριστός, είναι υπομονετικός, έτσι όποιος δεν έχει υπομονή, τον νου του κατέχει η φαυλότητα του διαβόλου. Ας δούμε, λοιπόν, την ίδια την αρχή.
Ο διάβολος δεν ανέχθηκε και δεν υπέμεινε το ότι ο άνθρωπος πλάσθηκε κατ’ εικόνα Θεού. Γι’ αυτό και πρώτος απωλέσθηκε και απώλεσε. Ο Αδάμ, χωρίς υπομονή, ενήργησε αντίθετα με την εντολή του Θεού για τη θανάσιμη τροφή και κατέπεσε στον θάνατο. Εφ’ όσον δεν διαφύλαξε την υπομονή, δεν κράτησε και το χάρισμα που έλαβε από τον Θεό. Ο Κάιν, για να φονεύσει τον αδελφό του, υπήρξε ανυπόμονος για τη θυσία του και τη δωρεά του. Ο Ησαύ κατέβηκε από τα μεγαλύτερα στα μικρότερα και με την ανυπομονησία του για τη φακή έχασε τα πρωτοτόκια.
Τι να πούμε για τον άπιστο και αχάριστο λαό των Ιουδαίων απέναντι στις ευεργεσίες του Θεού; Μήπως πρώτη φορά αποστάτησε από τον Θεό και διέπραξε το αμάρτημα της ανυπομονησίας; Επειδή δεν μπορούσε να υποφέρει την καθυστέρηση, όταν ο Μωυσής μιλούσε με τον Θεό, τόλμησε να ζητήσει βέβηλους θεούς⸱ ώστε αρχηγούς στην πορεία του να αποκαλέσει το κεφάλι του βοδιού και γήινο πλάσμα. Δεν σταμάτησε ποτέ από την ίδια την ανυπομονησία, ώστε πάντοτε, μη ανεχόμενος την επιείκεια και τη φροντίδα του Θεού, φόνευε τους προφήτες Του και όλους τους δικαίους, και επιπλέον όρμησε να σταυρώσει και να χύσει το Αίμα του Κυρίου.
Η έλλειψη υπομονής, ακόμη και στην εκκλησία, κάνει τους αιρετικούς και, όπως οι Ιουδαίοι, αντιθέτως προς την ειρήνη και την αγάπη του Χριστού, ωθεί τους αποστάτες στην έχθρα, στη μανία και στα μίση. Και για να μη μακρύνουμε τον λόγο με το να τα απαριθμούμε χωριστά, όλα ανεξαιρέτως όσα η υπομονή με τα έργα της οικοδομεί προς δόξα, η έλλειψη υπομονής καταστρέφει και γκρεμίζει.
Συνεπώς, φίλτατοι αδελφοί, εφ’ όσον εξετάσαμε με προσοχή τα αγαθά της υπομονής και τα κακά της έλλειψης υπομονής, ας διατηρούμε και ας διαφυλάσσουμε πλήρως την υπομονή, με την οποία μένουμε εν τω Χριστώ και μπορούμε, μαζί με τον Χριστό, να έλθουμε στον Θεό. Είναι πλούσια και πολλαπλή, δεν κατακλείεται με τέλος στενό, ούτε περιορίζεται με όρια μικρά. Η αρετή της υπομονής έχει ευρύ άνοιγμα. Ο πλούτος της και η γενναιοδωρία της προέρχονται μεν από την πηγή ενός ονόματος, αλλά πλημμυρίζουν με πολλές φλέβες και διαχέονται μέσα από πολλούς δρόμους δόξας.
Δεν μπορεί να ωφελήσει κατά τι στις πράξεις μας, ώστε να επιτύχουμε τον έπαινο, εάν δεν σταθεροποιηθεί αυτή η επιτυχία. Η υπομονή μας εμπιστεύεται στον Θεό, για να τον υπηρετούμε. Είναι αυτή που μετριάζει την οργή, χαλιναγωγεί τη γλώσσα, κυβερνά τον νου, διαφυλάσσει την ειρήνη, κατευθύνει τη μάθηση, θραύει την επίθεση της ηδονής, περιορίζει την ορμή της έπαρσης, σβήνει τη φωτιά της έχθρας, συγκρατεί τη δύναμη των πλουσίων, αναψύχει την πενία των πτωχών, φυλάσσει τη μακαρία ακεραιότητα των παρθένων, την επίμοχθη αγνότητα των χηρών, την αχώριστη αγάπη των συνεζευγμένων.
Μάς κάνει ταπεινούς στην ευτυχία, δυνατούς στις αντιξοότητες, πράους έναντι των αδικιών και των ύβρεων. Μάς διδάσκει να συγχωρούμε γρήγορα όσους αμάρτησαν σε εμάς και, αν εμείς οι ίδιοι αμαρτήσαμε, να παρακαλούμε πολύ και για μεγάλο διάστημα. Καταπολεμά τους πειρασμούς, υπομένει τους διωγμούς, μας κάνει τελείως έτοιμους για τα πάθη και τα μαρτύρια.
Αυτή είναι που σκεπάζει και σταθεροποιεί τα θεμέλια της πίστεως μας⸱ αυτή προάγει και αυξάνει υψηλότερα την ελπίδα. Η ίδια κατευθύνει τις πράξεις μας, ώστε να μπορούμε να τηρούμε την οδό του Χριστού, εφ’ όσον πορευόμαστε με του Χριστού την ανοχή. Αυτή επιτυγχάνει να παραμένουμε υιοί Θεού, εφ’ όσον μιμούμαστε την υπομονή του Πατέρα.
Επειδή, φίλτατοι αδελφοί, γνωρίζω ότι πάρα πολλοί επιθυμούν να εκδικηθούν γρήγορα, είτε υπό το βάρος των αδικιών που γίνονται σε αυτούς, είτε εξ αιτίας του πόνου γι’ αυτούς που αγριαίνονται και μαίνονται εναντίον τους, στο τέλος δεν πρέπει να αποσιωπήσουμε ούτε αυτό⸱ εφ’ όσον είμαστε μέσα σε αυτές τις θύελλες του κόσμου που κλυδωνίζεται και διωκόμαστε, από τους Ιουδαίους, είτε τους εθνικούς, είτε τους αιρετικούς, ας αναμένουμε με υπομονή την ημέρα της εκδικήσεως⸱ και να μη σπεύδουμε, με μία μεμψίμοιρη βιασύνη, να εκδικούμαστε για όσους πόνους υφιστάμεθα.
Η Γραφή λέει: «Ὑπόμεινόν με, λέγει Κύριος, εἰς ἡμέραν ἀναστάσεώς μου εἰς μαρτύριον⸱ διότι τὸ κρίμα μου εἰς συναγωγὰς ἐθνῶν τοῦ εἰσδέξασθαι βασιλεῖς καὶ ἐκχέαι ἐπ’ αὐτοὺς ὀργήν μου» (Σοφ. 3,

. Ο Κύριος μας παραγγέλλει να αναμένουμε και με ισχυρή υπομονή να υπομένουμε την ημέρα της μελλούσης εκδικήσεως.
Αυτός και στην Αποκάλυψη λέει: «Μὴ σφραγίσῃς τοὺς λόγους τῆς προφητείας τοῦ λόγου τούτου, ὅτι ἤδη ὁ καιρὸς ἐγγύς ἐστι⸱ καὶ οἱ ἐπιμένοντες βλάπτειν βλάπτωσαν καὶ ὁ ρυπαρὸς ρυπαρευθήτω ἔτι, ὁ δὲ δίκαιος ἔτι δικαιότερα ποιησάτω, ὁμοίως καὶ ὁ ἅγιος ἁγιώτερα. Ἰδοὺ ἔρχομαι ταχύ, καὶ ὁ μισθός μου μετ’ ἐμοῦ ἐστι, ἀποδοῦναι ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ» (Αποκ. 22, 10-12).
Συνεπώς και τους μάρτυρες, που κραυγάζουν και βιάζονται να εκδικηθούν για τον δυνατό πόνο, επιτάσσει να αναμένουν ακόμη και, ωσότου να εκπληρωθεί ο χρόνος και να συμπληρωθούν οι μάρτυρες, να δείξουν υπομονή. «Καὶ ὅτε ἤνοιξε», λέει, «τὴν πέμπτην σφραγῖδα, εἶδον ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ Θεοῦ τὰς ψυχὰς τῶν ἐσφαγμένων διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ⸱ καὶ ἔκραξαν φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες⸱ ἕως πότε, ὁ δεσπότης ὁ ἅγιος καὶ ἀληθινός, οὐ κρίνεις καὶ ἐκδικεῖς τὸ αἷμα ἡμῶν ἐκ τῶν κατοικούντων ἐπὶ τῆς γῆς; Καὶ ἐδόθη αὐτοῖς ἑκάστῳ στολὴ λευκὴ καὶ ἐρρέθη ἵνα ἀναπαύσωνται ἔτι χρόνον μικρόν, ἕως πληρώσωσι καὶ οἱ σύνδουλοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ μέλλοντες ἀποκτέννεσθαι ὡς καὶ αὐτοί» (Αποκ. 6, 9-11).
Όμως, το πότε θα έλθει η τιμωρία του Θεού για το αίμα των δικαίων, αυτό διασαφηνίζει το Πνεύμα το Άγιο δια του προφήτου Μαλαχία: «Ἰδοὺ ἡμέρα Κυρίου ἔρχεται καιομένη ὡς κλίβανος καὶ ἔσονται πάντες οἱ ἀλλογενεῖς καὶ πάντες οἱ ἄνομοι καλάμη, καὶ ἀνάψει αὐτοὺς ἡ ἡμέρα ἡ ἐρχομένη, λέγει Κύριος» (Μαλαχ. 4, 1).
Παρόμοιο διαβάζουμε στους Ψαλμούς, όπου αναγγέλλεται η έλευση του Κριτή Θεού, ο οποίος θα γίνει σεβαστός λόγω της κρίσεως και του μεγαλείου Του: «Ὁ Θεὸς ἐμφανῶς ἥξει, ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐ παρασιωπήσεται. Πῦρ ἐνώπιον αὐτοῦ οὐρανὸν ἄνω καὶ τὴν γῆν τοῦ διακρῖναι τὸν λαὸν αὐτοῦ. Συναγάγετε αὐτῷ τοὺς ὁσίους αὐτοῦ τοὺς διατιθεμένους τὴν διαθήκην αὐτοῦ ἐπὶ θυσίαις. Καὶ ἀναγγελοῦσιν οἱ οὐρανοὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, ὅτι ὁ Θεὸς κριτής ἐστι» (Ψαλμ. 49, 2-6).
Και ο Ησαΐας προφητεύει τα ίδια με τα εξής λόγια: «Ἰδοὺ γὰρ Κύριος ὡς πῦρ ἥξει καὶ ὡς καταιγὶς τὰ ἅρματα αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐν θυμῷ ἐκδίκησιν. Ἐν γὰρ τῷ πυρὶ Κυρίου κριθήσονται καὶ ἐν τῇ ρομφαίᾳ αὐτοῦ τραυματισθήσονται» (Ησ. 66, 15-16)⸱ καὶ πάλι: «Κύριος ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων ἐξελεύσεται καὶ συντρίψει πόλεμον, ἐπεγερεῖ ἀγῶνα καὶ βοήσεται ἐπὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ μετὰ ἰσχύος⸱ ἐσιώπησα, μὴ καὶ ἀεὶ σιωπήσομαι;» (Ησ. 42, 13-14).
Όμως, ποιος είναι αυτός που λέει ότι πρωτύτερα σιώπησε και δεν θα σιωπά πάντοτε; Οπωσδήποτε είναι αυτός, ο οποίος «ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη καὶ ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτὸν ἄφωνος οὐκ ἤνοιξε τὸ στόμα αὐτοῦ» (Ησ 53, 7). Σίγουρα είναι αυτός, ο οποίος δεν κραύγασε, ούτε στις πλατείες ακούσθηκε η φωνή Του (πρβλ. Ησ. 42, 2). Οπωσδήποτε είναι αυτός, ο οποίος δεν υπήρξε απειθής, ούτε αντέλεγε. «Τὸν νῶτον ἔδωκεν εἰς μάστιγας καὶ τὰς σιαγόνας εἰς ραπίσματα, τὸ δὲ πρόσωπον αὐτοῦ οὐκ ἀπέστρεψε ἀπὸ αἰσχύνης ἐμπτυσμάτων» (Ησ. 53, 6).
Είναι αυτός, ο οποίος δεν απάντησε τίποτε, όταν τον κατηγορούσαν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι, και, όταν θαύμασε ο Πιλάτος, τήρησε σιωπή με μέγιστη υπομονή (πρβλ. Ματθ. 27, 12-14). Είναι αυτός, ο οποίος, ενώ σιώπησε κατά το Πάθος, έπειτα δεν θα σιωπήσει στην εκδίκηση. Αυτός είναι ο Θεός μας, δηλαδή, όχι όλων, αλλά Θεός των πιστευόντων. Όταν έλθει κατά τη δευτέρα παρουσία, δεν θα σιωπήσει. Ενώ πρωτύτερα ήταν ταπεινός και κεκρυμμένος, θα έλθει εμφανώς με εξουσία.
Ας αναμένουμε, φίλτατοι αδελφοί, αυτόν τον κριτή και εκδικητή μας. Θα εκδικηθεί τον λαό της εκκλησίας Του και όλους τους δικαίους απ’ αρχής του κόσμου. Όποιος βιάζεται πάρα πολύ για την εκδίκησή του και σπεύδει, ας αναλογισθεί ότι αυτός που εκδικείται δεν εκδικήθηκε ακόμη. Στην Αποκάλυψη ο άγγελος αποτρέπει τον Ιωάννη, που θέλει να τον προσκυνήσει, και του λέει: «Ὅρα μή⸱ ὅτι σύνδουλός σού εἰμι καὶ τῶν ἀδελφῶν σου. Τῷ Ἰησοῦ Κυρίῳ προσκύνησον» (Αποκ. 22, 9).
Ποιος είναι ο Ιησούς Κύριος και πόση η υπομονή, ώστε αυτός που τον προσκυνούν στον ουρανό να μη εκδικείται ακόμη στη γη! Ας αναλογισθούμε, φίλτατοι αδελφοί, την υπομονή Του, όταν εμείς διωκόμαστε και πάσχουμε. Ας υπακούμε πλήρως και ας προσδοκούμε την έλευση Του και να μη επειγόμαστε να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας πριν από τον Κύριο εμείς οι δούλοι, με βιασύνη ανόσια και αναίσχυντη.
Ας επιμένουμε περισσότερο και ας κοπιάζουμε και ας αγρυπνούμε με όλη μας την καρδιά. Ας είμαστε σταθεροί στην υπομονή όλων και να τηρούμε τις εντολές του Κυρίου⸱ ώστε, όταν έλθει εκείνη η ημέρα της οργής και της εκδικήσεως, να μη τιμωρηθούμε μαζί με τους ασεβείς και τους αμαρτωλούς, αλλά να στεφανωθούμε μαζί με τους δικαίους και τους φοβούμενους τον Θεό.
Ειρηναίος Ι. Χατζηεφραιμίδης.
Αγίου Κυπριανού Καρχηδόνος. Ομιλίες.
εκδ. Μ. Σταμούλη. Θεσσαλονίκη, 2025.