Ψυχοφελή μηνύματα...
Συντονιστής: Συντονιστές
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53874
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ευχόμεθα η φετινή εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου να αποτελέσει, μια ευκαιρία όχι μόνο για πανηγυρισμούς και γλέντια, αλλά σε μια βαθιά αυτοκριτική, μετάνοια και ανανέωση της πνευματικής μας ζωής.
Μόνο τότε η τιμή στο πρόσωπό της θα γίνει αληθινή μαρτυρία πίστεως και δύναμη της αναγεννημένης κοινωνίας μας. Καθότι ο άνθρωπός δεν έχει ανάγκη από επέκεινα θόρυβο, αλλά από περισσή αλήθεια· δεν έχει ανάγκη από μείζονα ισχύ, αλλά από μεγαλύτερη αγάπη.
Και την αγάπη αυτή η Παναγία συνεχίζει να την αποκαλύπτει να την προσφέρει αδιάκοπα, οδηγώντας τον καθένα μας στον Υιό της, που είναι «η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή». Γένοιτο, Αμήν!
του Αρχιμ. Γρηγορίου Κωνσταντίνου Δρ. Θεολογίας
Μόνο τότε η τιμή στο πρόσωπό της θα γίνει αληθινή μαρτυρία πίστεως και δύναμη της αναγεννημένης κοινωνίας μας. Καθότι ο άνθρωπός δεν έχει ανάγκη από επέκεινα θόρυβο, αλλά από περισσή αλήθεια· δεν έχει ανάγκη από μείζονα ισχύ, αλλά από μεγαλύτερη αγάπη.
Και την αγάπη αυτή η Παναγία συνεχίζει να την αποκαλύπτει να την προσφέρει αδιάκοπα, οδηγώντας τον καθένα μας στον Υιό της, που είναι «η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή». Γένοιτο, Αμήν!
του Αρχιμ. Γρηγορίου Κωνσταντίνου Δρ. Θεολογίας
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53874
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«… Τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν ως γάρ ζωής Μητέρα προς
ζωήν μετέστησεν…»
Είναι η μοναδική φορά στην ανθρώπινη ιστορία που γιορτάζεται ο θάνατος. Και αυτό, βέβαια, συμβαίνει μέσα στο χριστιανικό χώρο και τόπο, γιατί ο θάνατος θεωρείται από τη χριστιανική σκέψη ως μεταφορά στη ζωή, στην όντως ζωή, στην αληθινή, στην αιώνια ζωή του Παραδείσου. Και πολύ σωστά η Εκκλησία μας, την ημέρα της εορτής της Θεοτόκου, της Κοιμήσεώς της τον δεκαπενταύγουστο ψάλει πανηγυρικά:
«… Τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν ως γάρ ζωής Μητέρα προς
ζωήν μετέστησεν…» (από τον ύμνο της εορτής).
Η μητέρα της ζωής πήγε στη ζωή. Ο τάφος, που δέχθηκε το άχραντο σώμα της Παναγίας, έγινε σκάλα, που ανέβασε όλο το ανθρώπινο χριστιανικό γένος στο ουρανό. «Κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται». Και με αυτό μόνο το άγγελμα το ανθρώπινο γένος, ο σημερινός κουρασμένος και ταλαιπωρημένος άνθρωπος, βρίσκει το δυνατότερο και ισχυρότερο μήνυμα της ιστορίας.
Όλα όταν «τα έσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά», -ο θάνατος- ήρθε ο υιός της Θεοτόκου Παρθένου Μαρίας και με την Ανάστασή Του έφερε τη ζωή. Η νίκη αυτή του Χριστού επί του θανάτου σκόρπισε παντού ζωή, τα πάντα ζωοποιήθηκαν.
Και αυτόν, λοιπόν, που νίκησε τον θάνατο και έφερε τη ζωή στον ταλαιπωρημένο και απογοητευμένο τότε και σήμερα κόσμο, τον γέννησε η Θεοτόκος. Γι’ αυτό, λοιπόν, είναι και αποκαλείται από όλους μας «Μήτηρ ζωής». Και δικαιολογημένα θεωρείται ως η Μητέρα της ζωής, γιατί, χωρίς αυτήν θα ήμασταν ακόμη δέσμιοι του θανάτου και της αμαρτίας.
Και πολύ ορθά οι Άγιοι Πατέρες μας αποκαλούν την Παναγία «δεύτερη Εύα», γιατί η πρώτη Εύα, με την παρακοή της, οδήγησε την ανθρωπότητα στον θάνατο και η δεύτερη Εύα, η Παναγία, με την υπακοή της οδήγησε και πάλι τον άνθρωπο στη ζωή.
Και για τον λόγο αυτόν όλες οι γενεές των ανθρώπων θα μακαρίζουν για πάντα την Θεοτόκο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ακόμη και η φύση σκιρτά και χαίρει, που «νικήθηκαν οι όροι της» και ο θάνατος πλέον θεωρείται ζωή.
Αν θα θέλαμε να πούμε ποιο είναι το πρώτο και ποιο το τελευταίο μήνυμα της Κοίμησης της Θεοτόκου, θα λέγαμε αυτό που ο Φώτης Κόντογλου είπε: «ΘΑΡΡΕΙΣ πως ο αγέρας τα βουνά, οι θάλασσες της Ελλάδας, τα χωριά, οι πολιτείες, γεμίσανε ευωδία πνευματική απ’ αυτό «το χρυσούν θυμιατήριον», απ’ αυτή «την μανναδόχον στάμνον» που έχει μέσα «μύρον το ακένωτον».
Οι γυναίκες μας είναι στολισμένες με τ’ όνομά της, τα βουνά μας, οι κάμποι, τα νησιά, τ’ ακροθαλάσσια είναι αγιασμένα από τα ξωκλήσια της, τα καράβια μας έχουν γραμμένο επάνω στη μάσκα και στη πρύμη το γλυκύτατο όνομά της.
Αληθινά στην Ελλάδα μας «επί Σοι χαίρει Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις». Για σένα χαίρεται όλη η πλάση. Σήμερα που κοιμήθηκες, θαρρείς πως η χαρά γίνηκε πιο μεγάλη, η θλίψη άλλαξε σε αγαλλίαση, η ελπίδα ζωήρεψε αντίς να υποσκιάσει και πλημμύρισε τις καρδιές μας. Σήμερα τ’ αγέρι φυσά γλυκύτερα στα κουρασμένα πρόσωπά μας, τα δένδρα σαν γενήκανε πιο χλωρά, τ’ αυγουστιάτικο κύμα σαν ν’ αρμενίζει πιο δροσερό μέσα στο πέλαγο και αφρίζει φουσκωμένο από χαρά μεγάλη, το κάθε τι πανηγυρίζει και αγάλλεται.
Ω! Τι θάνατος λοιπόν είναι αυτός που γέμισε την οικουμένη και τις καρδιές μας με τη χαρά της αθανασίας! Και πολύ καλά ψέλνει ο υμνωδός την ημέρα της Κοίμησής Της: «Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης προς την ζωήν, μήτηρ υπάρχουσα της ζωής, και ταις πρεσβείες ταις σαις λυτρουμένη εκ θανάτου τας ψυχάς ημών».
Και πολύ σωστά θεωρήθηκε η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, ως η «εορτή της Αθανασίας». Αυτό ήταν το μεγάλο άγγελμα για όλο τον χριστιανικό κόσμο. Ας χαρεί λοιπόν ο καθένας από μας τώρα και για πάντα. Ο θάνατος νικήθηκε τη παρουσία και μεσιτεία της Παναγίας μας.
Και δίκαια όλοι εμείς, μετά από όλα αυτά, προσαγορεύουμε το Δεκαπενταύγουστο ως «το μικρό Πάσχα του Καλοκαιριού». Αυτό είναι το Πάσχα της Παναγίας μας. Είναι η παραμυθία μας και η συμπαραστάτης μας, μέσα στην πολυπολυτισμική κοινωνία, στο αδιέξοδο και στην αμαρτία του διεφθαρμένου ανθρώπου, που καθημερινώς πορευόμεθα. Μια κοινωνία που καθημερινώς θανατώνεται, γευόμενη τον θάνατο, ψυχικά και σωματικά, χωρίς τη γνήσια ελπίδα που σπιθοβολά η Θεοτόκος δια μέσου της παγκόσμιας ιστορίας.
Όλοι μας καθημερινώς θαμπωνόμαστε από ψεύτικα και τιποτένια πράματα. Γι’ αυτό και παραπατάμε. Η λύση είναι μία. Μόνο αν στρέψουμε το βλέμμα μας προς την Μητέρα της ζωής, τότε μόνο θα βρούμε το δρόμο που οδηγεί στην αληθινή και αιώνια ζωή. Γένοιτο !
του Αρχιμανδρίτου Γρηγορίου Κωνσταντίνου Δρ. θ.
ζωήν μετέστησεν…»
Είναι η μοναδική φορά στην ανθρώπινη ιστορία που γιορτάζεται ο θάνατος. Και αυτό, βέβαια, συμβαίνει μέσα στο χριστιανικό χώρο και τόπο, γιατί ο θάνατος θεωρείται από τη χριστιανική σκέψη ως μεταφορά στη ζωή, στην όντως ζωή, στην αληθινή, στην αιώνια ζωή του Παραδείσου. Και πολύ σωστά η Εκκλησία μας, την ημέρα της εορτής της Θεοτόκου, της Κοιμήσεώς της τον δεκαπενταύγουστο ψάλει πανηγυρικά:
«… Τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν ως γάρ ζωής Μητέρα προς
ζωήν μετέστησεν…» (από τον ύμνο της εορτής).
Η μητέρα της ζωής πήγε στη ζωή. Ο τάφος, που δέχθηκε το άχραντο σώμα της Παναγίας, έγινε σκάλα, που ανέβασε όλο το ανθρώπινο χριστιανικό γένος στο ουρανό. «Κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται». Και με αυτό μόνο το άγγελμα το ανθρώπινο γένος, ο σημερινός κουρασμένος και ταλαιπωρημένος άνθρωπος, βρίσκει το δυνατότερο και ισχυρότερο μήνυμα της ιστορίας.
Όλα όταν «τα έσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά», -ο θάνατος- ήρθε ο υιός της Θεοτόκου Παρθένου Μαρίας και με την Ανάστασή Του έφερε τη ζωή. Η νίκη αυτή του Χριστού επί του θανάτου σκόρπισε παντού ζωή, τα πάντα ζωοποιήθηκαν.
Και αυτόν, λοιπόν, που νίκησε τον θάνατο και έφερε τη ζωή στον ταλαιπωρημένο και απογοητευμένο τότε και σήμερα κόσμο, τον γέννησε η Θεοτόκος. Γι’ αυτό, λοιπόν, είναι και αποκαλείται από όλους μας «Μήτηρ ζωής». Και δικαιολογημένα θεωρείται ως η Μητέρα της ζωής, γιατί, χωρίς αυτήν θα ήμασταν ακόμη δέσμιοι του θανάτου και της αμαρτίας.
Και πολύ ορθά οι Άγιοι Πατέρες μας αποκαλούν την Παναγία «δεύτερη Εύα», γιατί η πρώτη Εύα, με την παρακοή της, οδήγησε την ανθρωπότητα στον θάνατο και η δεύτερη Εύα, η Παναγία, με την υπακοή της οδήγησε και πάλι τον άνθρωπο στη ζωή.
Και για τον λόγο αυτόν όλες οι γενεές των ανθρώπων θα μακαρίζουν για πάντα την Θεοτόκο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ακόμη και η φύση σκιρτά και χαίρει, που «νικήθηκαν οι όροι της» και ο θάνατος πλέον θεωρείται ζωή.
Αν θα θέλαμε να πούμε ποιο είναι το πρώτο και ποιο το τελευταίο μήνυμα της Κοίμησης της Θεοτόκου, θα λέγαμε αυτό που ο Φώτης Κόντογλου είπε: «ΘΑΡΡΕΙΣ πως ο αγέρας τα βουνά, οι θάλασσες της Ελλάδας, τα χωριά, οι πολιτείες, γεμίσανε ευωδία πνευματική απ’ αυτό «το χρυσούν θυμιατήριον», απ’ αυτή «την μανναδόχον στάμνον» που έχει μέσα «μύρον το ακένωτον».
Οι γυναίκες μας είναι στολισμένες με τ’ όνομά της, τα βουνά μας, οι κάμποι, τα νησιά, τ’ ακροθαλάσσια είναι αγιασμένα από τα ξωκλήσια της, τα καράβια μας έχουν γραμμένο επάνω στη μάσκα και στη πρύμη το γλυκύτατο όνομά της.
Αληθινά στην Ελλάδα μας «επί Σοι χαίρει Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις». Για σένα χαίρεται όλη η πλάση. Σήμερα που κοιμήθηκες, θαρρείς πως η χαρά γίνηκε πιο μεγάλη, η θλίψη άλλαξε σε αγαλλίαση, η ελπίδα ζωήρεψε αντίς να υποσκιάσει και πλημμύρισε τις καρδιές μας. Σήμερα τ’ αγέρι φυσά γλυκύτερα στα κουρασμένα πρόσωπά μας, τα δένδρα σαν γενήκανε πιο χλωρά, τ’ αυγουστιάτικο κύμα σαν ν’ αρμενίζει πιο δροσερό μέσα στο πέλαγο και αφρίζει φουσκωμένο από χαρά μεγάλη, το κάθε τι πανηγυρίζει και αγάλλεται.
Ω! Τι θάνατος λοιπόν είναι αυτός που γέμισε την οικουμένη και τις καρδιές μας με τη χαρά της αθανασίας! Και πολύ καλά ψέλνει ο υμνωδός την ημέρα της Κοίμησής Της: «Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης προς την ζωήν, μήτηρ υπάρχουσα της ζωής, και ταις πρεσβείες ταις σαις λυτρουμένη εκ θανάτου τας ψυχάς ημών».
Και πολύ σωστά θεωρήθηκε η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, ως η «εορτή της Αθανασίας». Αυτό ήταν το μεγάλο άγγελμα για όλο τον χριστιανικό κόσμο. Ας χαρεί λοιπόν ο καθένας από μας τώρα και για πάντα. Ο θάνατος νικήθηκε τη παρουσία και μεσιτεία της Παναγίας μας.
Και δίκαια όλοι εμείς, μετά από όλα αυτά, προσαγορεύουμε το Δεκαπενταύγουστο ως «το μικρό Πάσχα του Καλοκαιριού». Αυτό είναι το Πάσχα της Παναγίας μας. Είναι η παραμυθία μας και η συμπαραστάτης μας, μέσα στην πολυπολυτισμική κοινωνία, στο αδιέξοδο και στην αμαρτία του διεφθαρμένου ανθρώπου, που καθημερινώς πορευόμεθα. Μια κοινωνία που καθημερινώς θανατώνεται, γευόμενη τον θάνατο, ψυχικά και σωματικά, χωρίς τη γνήσια ελπίδα που σπιθοβολά η Θεοτόκος δια μέσου της παγκόσμιας ιστορίας.
Όλοι μας καθημερινώς θαμπωνόμαστε από ψεύτικα και τιποτένια πράματα. Γι’ αυτό και παραπατάμε. Η λύση είναι μία. Μόνο αν στρέψουμε το βλέμμα μας προς την Μητέρα της ζωής, τότε μόνο θα βρούμε το δρόμο που οδηγεί στην αληθινή και αιώνια ζωή. Γένοιτο !
του Αρχιμανδρίτου Γρηγορίου Κωνσταντίνου Δρ. θ.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53874
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον» (Λουκ. α΄ 46)*
Mὲ τρία πράγματα ἐμεγάλυνεν ἡ Παρθένος Μαρία τὸν Κύριον· πρῶτον, μὲ νοήματα μεγάλα καὶ ὑψηλὰ καὶ ἄξια τῆς τοῦ Θεοῦ μεγαλειότητος· διότι αὐτὴ εἰς ὅλην της τὴν ζωὴν καὶ μάλιστα κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο τῶν δώδεκα χρόνων, κατά τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο μέσα εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, εἰς ἄλλο δὲν ἐκαταγίνετο καὶ ἐσχόλαζε, πάρεξ εἰς τὴν θεωρίαν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, θεοπτίαν τοῦ Θεοῦ· ὑπεράνω γὰρ πάσης μικροπρεποῦς θεωρίας τῶν τοῦ κόσμου γηΐνων πραγμάτων γενομένη καὶ πάντων ὁμοῦ αἰσθητῶν τε καὶ νοητῶν ὑπεραναβᾶσα, ἀλλὰ καὶ πασῶν τῶν τῆς ψυχῆς δυνάμεων, τῆς αἰσθήσεως, λέγω, καὶ φαντασίας καὶ δόξης καὶ τῶν τῆς διανοίας διαφόρων συλλογισμῶν, μὲ μόνον τὸν νοῦν ἀνειδέως καὶ ἀσχηματίστως ἐπέβαλε τῇ θεωρίᾳ τοῦ Θεοῦ, ὡσὰν ἕνας ἀσώματος Ἄγγελος, καθὼς ὑψηγορεῖ περὶ αὐτῆς ὁ τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ἐν τῷ εἰς τὰ Εἰσόδια α΄ λόγῳ αὐτοῦ· μόνη καὶ μόνον τὸν Θεὸν θεωροῦσα, καὶ μόνη παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ θεωρουμένη· μόνη καὶ μόνον τοῦ Κυρίου μεγαλυνομένη· μόνη καὶ μόνου τοῦ Κυρίου ἐρῶσα, καὶ μόνη παρὰ μόνου τοῦ Κυρίου ἐρωμένη.
Καὶ ἂν ὁ θεοφόρος καὶ μέγας φιλόσοφος Μάξιμος, ἑρμηνεύων τὸ «ἐν τῷ Ἰσραὴλ μέγα τὸ ὄνομα αὐτοῦ» εἶπεν ὅτι «ὁ θεωρητικὸς κατανοῶν τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, ἀξίως αὐτὸν μεγαλύνει». Ποῖος ἄλλος ἐστάθη θεωρητικώτερος καὶ διαβατικώτερος τῆς Θεοτόκου ἐν ταῖς τοῦ Θεοῦ ὑψηλαῖς θεωρίαις; ἢ ποῖος ἄλλος, εἴτε ῎Αγγελος, εἴτε ἄνθρωπος περισσότερον ἀπὸ αὐτὴν κατενόησε τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ; βέβαια οὐδείς. Λοιπὸν ἕπεται, ὅτι καὶ οὐδεὶς ἄλλος, τόσον ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους ὅσον καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐδυνήθη ἀξίως νὰ μεγαλύνῃ τὸν Θεόν, καθὼς τὸν ἐμεγάλυνεν ἡ Θεοτόκος. Ὅθεν καὶ ὁ ἀνωτέρω τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ὑψηλῶς καὶ μεγαληγόρως εἶπεν, ὅτι ἡ Θεοτόκος μέσα εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων ἰσάγγελον καὶ θεοειδὴ ζῶσα ζωήν, ἐπενόησε μίαν πρᾶξιν νοεράν, πολλῷ μείζονα οὖσαν τῆς θεωρίας τῶν παλαιῶν σοφῶν καὶ ἠξιώθη μιᾶς θεωρίας, τόσον ἀνωτέρας καὶ ὑπερτέρας τῆς τῶν παλαιῶν θεωρίας, ὅσον εἶναι ἀνωτέρα τῆς φαντασίας ἡ ἀλήθεια· διὰ μέσου γὰρ τῆς τοῦ νοὸς εἰς ἑαυτὸν ἐπιστροφῆς καὶ προσοχῆς καὶ θείας καὶ παντοτεινῆς προσευχῆς, ἑνωθεῖσα ὅλη δι᾽ ὅλου μὲ τὸν ἑαυτόν της, ὑψώθη ἐπάνω ἀπὸ κάθε εἶδος καὶ σχῆμα καὶ ἔτσι κατεσκεύασε μίαν καινούριαν στράταν εἰς τοὺς οὐρανούς, δηλαδὴ τὴν νοητὴν (διὰ νὰ τὴν ὀνομάσω ἔτσι) σιωπήν· εἰς ταύτην γὰρ προσκολλήσασα τὸν νοῦν της, ἀναβαίνει ἐπάνω ἀπὸ ὅλα τὰ κτίσματα καὶ βλέπει δόξαν Θεοῦ τελειότερον ἀπὸ τὸν Μωϋσῆν, καὶ ὁρᾷ θείαν χάριν, ἥτις δὲν καταλαμβάνεται τελείως ἀπὸ τὴν αἴσθησιν, ἀλλὰ εἶναι ἱερὸν καὶ χαριέστατον θέαμα μοναχῶν τῶν καθαρῶν ψυχῶν καὶ Ἀγγέλων. Ταύτην δὲ τὴν νοερὰν πρᾶξιν καὶ θεωρίαν ἡ Θεοτόκος ἐφεῦρεν ἀπὸ λόγου της καὶ εἰργάσθη καὶ εἰς τοὺς μετὰ ταῦτα παρέδωκεν. Ὅλα ταῦτα εἶναι λόγια τοῦ ἰδίου Γρηγορίου Θεσσαλονίκης, περιεχόμενα μὲν εἰς τὸν πρῶτον λόγον τῶν Εἰσοδίων, μεταφρασμένα δὲ εἰς τὸ ἁπλοῦν.
Δεύτερον, ἐμεγάλυνε τὸν Κύριον ἡ Παρθένος μὲ λόγια μεγάλα, μὲ λόγια ὑψηλά, καὶ μὲ λόγια τῇ θείᾳ Μεγαλειότητι πρέποντα, διότι ὅλη της ἡ ζωὴ δὲν ἦτον ἄλλο, παρὰ μία δοξολογία Θεοῦ· καὶ εἰς τὸ στόμα της δὲν εὑρίσκετο ἄλλο, εἰμὴ τὰ μεγαλεῖα καὶ ἡ ὑπερύψωσις καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ· ὥστε ὅπου, ἡ φωνὴ καὶ ὁ λόγος αὐτῆς, ἦτον πάντοτε ἐν μεγαλοπρεπείᾳ κατὰ τὸν Δαβίδ· κατ’ ἐξοχὴν δὲ καὶ μάλιστα μὲ τὰ λόγια τῆς ᾠδῆς ταύτης ἐμεγάλυνεν ἡ Παρθένος τὸν Κύριον· διότι ὀνομάζει αὐτὸν δυνατὸν καὶ παντοδύναμον· διότι καλεῖ τὸ ὄνομά του ἅγιον καὶ πανάγιον· διότι κηρύττει τὸ ἔλεός του ἐκχεόμενον εἰς ὅλας τὰς γενεὰς τῶν ἀνθρώπων, καὶ διότι ὁμολογεῖ αὐτόν, καθαιροῦντα μὲν τοὺς ὑπερηφάνους καὶ δυνάστας, ὑψοῦντα δὲ τοὺς ταπεινούς, ἐμπιπλῶντα τοὺς πεινασμένους, ἐξαποστέλλοντα κενοὺς τοὺς πεπλουτισμένους, ἀντιλαμβανόμενον τοῦ Ἰσραὴλ καὶ πληροῦντα, ἃ ἐλάλησε πρὸς τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸ σπέρμα αὐτοῦ, ὅλα γὰρ αὐτὰ μεγαλύνουσι τὸν Κύριον καὶ πλατύνουσι τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ Κυριότητα.
Τρίτον δὲ καὶ τελευταῖον, ἐμεγάλυνεν ἡ Παρθένος τὸν Κύριον, μὲ ἔργα μεγάλα, μὲ ἔργα ὑψηλά, καὶ μὲ ἔργα τῆς θείας μεγαλειότητος ἄξια· διότι αὐτὴ μὲ τὴν ὑπὲρ ἄνθρωπον καὶ ἰσάγγελον ζωήν, ὅπου ἔζησε δώδεκα ὁλοκλήρους χρόνους μέσα εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, καὶ μὲ τὴν ἄκραν καὶ ὑπερφυσικὴν αὐτῆς καθαρότητα, ἠξιώθη νὰ γίνῃ Μήτηρ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ· ἐκ δὲ τούτου τὶς λόγος δύναται νὰ παραστήσῃ πόσον ἡ Παρθένος ἐμεγάλυνε τὸν Κύριον καὶ πόσον ἐπλάτυνε τὴν κυριότητα καὶ Βασιλείαν αὐτοῦ; Ὅσον γὰρ περισσοτέρους ἀνθρώπους ἐπιστρέψῃ τινὰς εἰς τὸν Θεόν, τόσον περισσότερον μεγαλύνει καὶ πλατύνει τὴν κυριότητα τοῦ Θεοῦ. Ποῖον γὰρ ἄλλο κτίσμα ἐπέστρεψε περισσοτέρους ἀνθρώπους εἰς τὸν Θεόν, ἔξω ἀπὸ τὴν Θεοτόκον, ἥτις διὰ μέσου τοῦ ἀσπόρου Τόκου της ἐτράβηξεν ὅλα τὰ Ἔθνη τῆς γῆς εἰς τὴν θεογνωσίαν καὶ τὰ ὑπέταξεν εἰς τὴν Βασιλείαν καὶ Κυριότητα τοῦ Θεοῦ;
Ὅθεν ὅλοι οἱ Ἄγγελοι, οἱ ἔχοντες τὴν ἐπιστασίαν τῶν Ἐθνῶν, κατὰ τὴν ᾠδὴν τοῦ Μωϋσέως «ἔστησεν ὅρια Ἐθνῶν κατὰ ἀριθμὸν Ἀγγέλων Θεοῦ» (Δευτ. λβ΄
δὲν ὑπέταξαν τόσους ἀνθρώπους εἰς τὸν Θεόν, οὐδὲ ἐμεγάλυναν τόσον τὴν κυριότητα τοῦ Θεοῦ, ὡσὰν μόνη ἡ Θεοτόκος· καὶ ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι, ὅπου ἀπεστάλθησαν, διὰ νὰ μαθητεύσουν ὅλα τὰ Ἔθνη, δὲν ἔσωσαν τόσας ψυχὰς ἀνθρώπων, οὔτε ἐπλάτυναν τόσον τὴν Βασιλείαν τοῦ Κυρίου, καθώς μόνη ἡ Θεοτόκος. Αὐτὴ γὰρ ἔγινεν αἰτία, ὅπου ἐμεγάλυνεν, ἐπλάτυνε καὶ αὔξησεν ἡ κυριότης καὶ ἐξουσία τοῦ Κυρίου, ὄχι μόνον εἰς τοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλα τὰ Ἔθνη τῆς γῆς, ὄχι μόνον εἰς τὴν γῆν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν οὐρανόν, ὄχι μόνον εἰς τὸν οὐρανόν, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἐν οὐρανῷ ᾿Αγγέλους· καθότι αὐτὴ μόνη ἐστάθη μεθόριον Κτίστου καὶ κτίσεως, κατὰ τόν Θεσσαλονίκης Γρηγόριον. Καὶ τὸν μὲν Θεόν, ἐποίησεν υἱὸν ἀνθρώπου, τοὺς δὲ ἀνθρώπους ἐποίησεν υἱοὺς Θεοῦ, τοὺς δὲ Ἀγγέλους, ἀπέδειξεν ἀτρέπτους εἰς τὸ κακόν, καὶ μειζόνων χαρισμάτων αὐτοὺς ἠξίωσε.
Καὶ ὁ μὲν Δαβίδ, ἐπειδὴ καὶ δὲν ἦτον ἀρκετὸς νὰ μεγαλύνῃ μόνος τὸν Κύριον, προσκαλεῖ ὅλους τοὺς πρᾳεῖς καὶ ἁγίους, διὰ νὰ συμβοηθήσουν αὐτῷ εἰς τὸ μέγα ἔργον τοῦτο, λέγων πρὸς αὐτοὺς· «μεγαλύνατε τὸν Κύριον σὺν ἐμοί» (Ψαλμ. λγ΄), ἡ δὲ Θεοτόκος αὐταρκεστάτη οὖσα εἰς τὸ μέγα τοῦτο κατόρθωμα, καθὸ Μήτηρ Θεοῦ, μόνη αὐτὴ ἀφ’ ἑαυτῆς μεγαλύνει τὸν Κύριον, χωρὶς νὰ χρειασθῇ τὴν συνεργίαν τῶν ἀνθρώπων. Καὶ δικαίως τοῦτο λέγει· διότι, ἂν ὅλα τὰ ἔργα καὶ κτίσματα, τόσον αἰσθητά, ὅσον καὶ νοητὰ μεγαλύνουσι τὸν Ποιητήν τους μὲ τὴν σοφίαν καὶ μέγεθος καὶ κάλλος καὶ μὲ τὰς ἄλλας φυσικάς τελειότητας, μὲ τὰς ὁποίας ἐδημιουργήθησαν· «ὡς ἐμεγαλύνθη, φησί, τὰ ἔργα σου Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. ργ΄ 24), πόσῳ μᾶλλον ἡ Παρθένος εἶναι ἀξία νὰ μεγαλύνῃ τὸν Κύριον, ὄχι μόνον μὲ τὰς φυσικὰς καὶ ἐπικτήτους τελειότητας, ὅπου τῇ ἐχαρίσθησαν, ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον μὲ τὰς ὑπερφυσικὰς καὶ θείας, μὲ τὰς ὁποίας ἔγινεν ὅλου τοῦ κόσμου κόσμος, καὶ ὅλης τῆς κτίσεως στολισμὸς καὶ καλλονὴ Ἀγγέλων τε καὶ ἀνθρώπων; Ταύτας γὰρ ὅποιος θεωρήσῃ μὲ μίαν προσεκτικὴν θεωρίαν, εὐθὺς κινεῖται εἰς τὸ νὰ μεγαλύνῃ καὶ νὰ δοξάζῃ τὸν Κύριον, ὅπου τόσον αὐτὴν ἐχαρίτωσε.
Καθὼς δὲ ἐμεγάλυνεν ἡ Θεοτόκος τὸν Κύριον καὶ τὴν κυριότητα τοῦ Κυρίου, ἔτσι ἐκ τοῦ ἐναντίου ἐσμίκρυνε τὸν διάβολον καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ διαβόλου, διότι ἐξωλόθρευσε τὴν βασιλείαν του, διότι ἀφάνισε τὴν εἰδωλολατρείαν του καὶ διότι ἐσήκωσεν ἀπὸ αὐτὸν τὴν τιμὴν ἐκείνην καὶ δόξαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐτιμᾶτο καὶ ἐδοξάζετο πρὸ τῆς Θεοτόκου, ὡσὰν βασιλεὺς καὶ κοσμοκράτωρ, καὶ ἐλατρεύετο ὡσὰν Θεὸς ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου· καὶ τοῦτο ἦτον κατὰ πάντα λόγον δικαίου ἀκόλουθον. Διότι καθὼς ἡ προμήτωρ Εὔα ἐσμίκρυνε μὲν τὸν Κύριον καὶ τὴν κυριότητα αὐτοῦ διὰ μέσου τῆς παρακοῆς, ἐμεγάλυνε δὲ τὸν διάβολον καὶ τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, ἔτσι ἔπρεπεν ἐκ τοῦ ἐναντίου ἡ θυγάτηρ τῆς Εὔας Μαρία, νὰ μεγαλύνῃ τὸν Κύριον καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Κυρίου διὰ μέσου τῆς πρὸς αὐτὸν ὑπακοῆς, νὰ σμικρύνῃ δὲ τὸν διάβολον καὶ τὴν βασιλείαν τοῦ διαβόλου, ἵνα ἡ θυγάτηρ ἰατρεύσῃ τῆς προμήτορος αὐτῆς τὸ παράπτωμα. Καὶ καθὼς ἄρχισεν ἡ ἁμαρτία καὶ τὰ κακὰ ἀπὸ γυναῖκα, οὕτω πάλιν ἀπὸ γυναῖκα νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἀρετὴ καὶ τὰ καλά, κατὰ τὸν Ὠριγένη, λέγοντα· «ὥσπερ ἤρξατο ἡ ἁμαρτία ἀπὸ γυναικός, οὕτω καὶ τὰ ἀγαθὰ ἀπὸ γυναικὸς ἤρξατο».
Ἁρμόζει τὸ ρητὸν τοῦτο καὶ εἰς ἐσένα Χριστιανέ, καὶ μάλιστα εἰς ἐσένα τὴν Χριστιανὴν γυναῖκα· διότι ἐὰν καὶ ἐσὺ ἔχῃς μεγάλα φρονήματα περὶ Θεοῦ καὶ δὲν φρονῆς τὰ σμικροπρεπῆ καὶ γήϊνα πράγματα, καθὼς εἶναι μάλιστα τὰ μάταια στολίδια καὶ οἱ καλλωπισμοὶ τῶν ἱματίων, μιμεῖσαι τὴν Θεοτόκον καὶ μεγαλύνεις τὸν Κύριον· ἐὰν καὶ σὺ δοξολογῇς τὸν Θεὸν μὲ λόγια θεολογικὰ καὶ μεγάλα, καὶ φυλάττῃς τὸ στόμα σου ἀπὸ αἰσχρολογίας, μυθολογίας, ὕβρεις καὶ φλυαρίας. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν διὰ τοῦ λόγου σου ἐπιστρέφῃς τοὺς ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν, μιμεῖσαι τὴν Θεοτόκον καὶ μεγαλύνεις τὸν Κύριον, καὶ πλατύνεις τὴν Βασιλείαν αὐτοῦ· ἐὰν πράττης ἔργα θεάρεστα καὶ φυλάττῃς τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου, καὶ ἀξίως πολιτευόμενος τῆς κλήσεως τοῦ Εὐαγγελίου, λείπεις ἀπὸ κάθε πονηρὰν πρᾶξιν, μιμεῖσαι τὴν Θεοτόκον καὶ μεγαλύνεις τὸν Κύριον. Ὅθεν εἶπεν ὁ Χρυσορρήμων· «πῶς οὖν γίνεται μέγας ὁ ἀεὶ ὢν Θεός, καὶ μὴ δεόμενος προσθήκης; ὅταν οἱ ἀνακείμενοι αὐτῷ βίον ἄριστον ἐπιδείξωνται· ὅταν καὶ διὰ ρημάτων, καὶ δι’ ἔργων αὐτὸν ἀνυμνῶσι, τότε μεγαλύνεται (ὁ Θεός), οὐκ αὐτός τι προσλαμβάνων εἰς μέγεθος, ἀλλὰ τοῖς ἀγνοοῦσιν αὐτὸν διὰ τῶν θεραπευόντων αὐτὸν μέγας δεικνύμενος». Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑπομένῃς τοὺς πειρασμούς, ὅπου σοὶ ἔρχονται, μὲ μεγαλοψυχίαν καὶ μὲ ἀνδρεῖον φρόνημα, ἤξευρε ὅτι μεγαλύνεις τὸν Κύριον. Ὅθεν λέγει ὁ μέγας Βασίλειος· «μεγαλύνει τὸν Κύριον ὁ μεγάλῃ διανοίᾳ καὶ γαύρῳ (πρὸς τὰ ὑψηλά) τῷ φρονήματι καὶ ἐπηρμένῳ, τοὺς ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας πειρασμούς ὑπομένων» (Ἑρμην. εἰς τὸν λγ΄ Ψαλμόν).
Ἐὰν δὲ ἐκ τοῦ ἐναντίου, ἔχῃς νοήματα καὶ λογισμοὺς σμικροπρεπεῖς εἰς τὸν νοῦν σου, περὶ πλούτου, περὶ δόξης, περὶ ἡδονῶν, καὶ περὶ τῶν γηΐνων πραγμάτων, ἤξευρε, ὅτι δὲν μιμεῖσαι τὴν Θεοτόκον, διότι μὲ αὐτὰ σμικρύνεις τὸν Κύριον· ὁμοίως καὶ ἐὰν ἔχῃς εἰς τὸ στόμα σου φλυαρίας, καὶ ματαιολογίας, καὶ ἐὰν πράττῃς ἔργα ταπεινὰ καὶ ἀνάξια τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Χριστιανικοῦ ἐπαγγέλματός σου, ἤξευρε, ὅτι μὲ αὐτὰ ὅλα σμικρύνεις τὸν Κύριον· καὶ διὰ νὰ εἰπῷ καθολικῶς, κατὰ τὰς κακίας καὶ πάθη ὅπου ἀφίνεις καὶ σὲ κυριεύουν, ἔτσι σμικρύνεις τὸν Κύριον. Ὅθεν εἶπεν ὁ σοφὸς Ὠριγένης· «σμικρύνει ἡ ψυχὴ τὸν Κύριον, ἀναλόγως κατὰ τὴν κακίαν τὴν ἐνυπάρχουσαν αὐτῇ».
Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου
* Ἁγιονικοδημικὸν Ἀνθολόγιον, Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ἐκδόσεις Σπηλιώτη.
orthodoxostypos
Mὲ τρία πράγματα ἐμεγάλυνεν ἡ Παρθένος Μαρία τὸν Κύριον· πρῶτον, μὲ νοήματα μεγάλα καὶ ὑψηλὰ καὶ ἄξια τῆς τοῦ Θεοῦ μεγαλειότητος· διότι αὐτὴ εἰς ὅλην της τὴν ζωὴν καὶ μάλιστα κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο τῶν δώδεκα χρόνων, κατά τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο μέσα εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, εἰς ἄλλο δὲν ἐκαταγίνετο καὶ ἐσχόλαζε, πάρεξ εἰς τὴν θεωρίαν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, θεοπτίαν τοῦ Θεοῦ· ὑπεράνω γὰρ πάσης μικροπρεποῦς θεωρίας τῶν τοῦ κόσμου γηΐνων πραγμάτων γενομένη καὶ πάντων ὁμοῦ αἰσθητῶν τε καὶ νοητῶν ὑπεραναβᾶσα, ἀλλὰ καὶ πασῶν τῶν τῆς ψυχῆς δυνάμεων, τῆς αἰσθήσεως, λέγω, καὶ φαντασίας καὶ δόξης καὶ τῶν τῆς διανοίας διαφόρων συλλογισμῶν, μὲ μόνον τὸν νοῦν ἀνειδέως καὶ ἀσχηματίστως ἐπέβαλε τῇ θεωρίᾳ τοῦ Θεοῦ, ὡσὰν ἕνας ἀσώματος Ἄγγελος, καθὼς ὑψηγορεῖ περὶ αὐτῆς ὁ τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ἐν τῷ εἰς τὰ Εἰσόδια α΄ λόγῳ αὐτοῦ· μόνη καὶ μόνον τὸν Θεὸν θεωροῦσα, καὶ μόνη παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ θεωρουμένη· μόνη καὶ μόνον τοῦ Κυρίου μεγαλυνομένη· μόνη καὶ μόνου τοῦ Κυρίου ἐρῶσα, καὶ μόνη παρὰ μόνου τοῦ Κυρίου ἐρωμένη.
Καὶ ἂν ὁ θεοφόρος καὶ μέγας φιλόσοφος Μάξιμος, ἑρμηνεύων τὸ «ἐν τῷ Ἰσραὴλ μέγα τὸ ὄνομα αὐτοῦ» εἶπεν ὅτι «ὁ θεωρητικὸς κατανοῶν τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, ἀξίως αὐτὸν μεγαλύνει». Ποῖος ἄλλος ἐστάθη θεωρητικώτερος καὶ διαβατικώτερος τῆς Θεοτόκου ἐν ταῖς τοῦ Θεοῦ ὑψηλαῖς θεωρίαις; ἢ ποῖος ἄλλος, εἴτε ῎Αγγελος, εἴτε ἄνθρωπος περισσότερον ἀπὸ αὐτὴν κατενόησε τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ; βέβαια οὐδείς. Λοιπὸν ἕπεται, ὅτι καὶ οὐδεὶς ἄλλος, τόσον ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους ὅσον καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐδυνήθη ἀξίως νὰ μεγαλύνῃ τὸν Θεόν, καθὼς τὸν ἐμεγάλυνεν ἡ Θεοτόκος. Ὅθεν καὶ ὁ ἀνωτέρω τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ὑψηλῶς καὶ μεγαληγόρως εἶπεν, ὅτι ἡ Θεοτόκος μέσα εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων ἰσάγγελον καὶ θεοειδὴ ζῶσα ζωήν, ἐπενόησε μίαν πρᾶξιν νοεράν, πολλῷ μείζονα οὖσαν τῆς θεωρίας τῶν παλαιῶν σοφῶν καὶ ἠξιώθη μιᾶς θεωρίας, τόσον ἀνωτέρας καὶ ὑπερτέρας τῆς τῶν παλαιῶν θεωρίας, ὅσον εἶναι ἀνωτέρα τῆς φαντασίας ἡ ἀλήθεια· διὰ μέσου γὰρ τῆς τοῦ νοὸς εἰς ἑαυτὸν ἐπιστροφῆς καὶ προσοχῆς καὶ θείας καὶ παντοτεινῆς προσευχῆς, ἑνωθεῖσα ὅλη δι᾽ ὅλου μὲ τὸν ἑαυτόν της, ὑψώθη ἐπάνω ἀπὸ κάθε εἶδος καὶ σχῆμα καὶ ἔτσι κατεσκεύασε μίαν καινούριαν στράταν εἰς τοὺς οὐρανούς, δηλαδὴ τὴν νοητὴν (διὰ νὰ τὴν ὀνομάσω ἔτσι) σιωπήν· εἰς ταύτην γὰρ προσκολλήσασα τὸν νοῦν της, ἀναβαίνει ἐπάνω ἀπὸ ὅλα τὰ κτίσματα καὶ βλέπει δόξαν Θεοῦ τελειότερον ἀπὸ τὸν Μωϋσῆν, καὶ ὁρᾷ θείαν χάριν, ἥτις δὲν καταλαμβάνεται τελείως ἀπὸ τὴν αἴσθησιν, ἀλλὰ εἶναι ἱερὸν καὶ χαριέστατον θέαμα μοναχῶν τῶν καθαρῶν ψυχῶν καὶ Ἀγγέλων. Ταύτην δὲ τὴν νοερὰν πρᾶξιν καὶ θεωρίαν ἡ Θεοτόκος ἐφεῦρεν ἀπὸ λόγου της καὶ εἰργάσθη καὶ εἰς τοὺς μετὰ ταῦτα παρέδωκεν. Ὅλα ταῦτα εἶναι λόγια τοῦ ἰδίου Γρηγορίου Θεσσαλονίκης, περιεχόμενα μὲν εἰς τὸν πρῶτον λόγον τῶν Εἰσοδίων, μεταφρασμένα δὲ εἰς τὸ ἁπλοῦν.
Δεύτερον, ἐμεγάλυνε τὸν Κύριον ἡ Παρθένος μὲ λόγια μεγάλα, μὲ λόγια ὑψηλά, καὶ μὲ λόγια τῇ θείᾳ Μεγαλειότητι πρέποντα, διότι ὅλη της ἡ ζωὴ δὲν ἦτον ἄλλο, παρὰ μία δοξολογία Θεοῦ· καὶ εἰς τὸ στόμα της δὲν εὑρίσκετο ἄλλο, εἰμὴ τὰ μεγαλεῖα καὶ ἡ ὑπερύψωσις καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ· ὥστε ὅπου, ἡ φωνὴ καὶ ὁ λόγος αὐτῆς, ἦτον πάντοτε ἐν μεγαλοπρεπείᾳ κατὰ τὸν Δαβίδ· κατ’ ἐξοχὴν δὲ καὶ μάλιστα μὲ τὰ λόγια τῆς ᾠδῆς ταύτης ἐμεγάλυνεν ἡ Παρθένος τὸν Κύριον· διότι ὀνομάζει αὐτὸν δυνατὸν καὶ παντοδύναμον· διότι καλεῖ τὸ ὄνομά του ἅγιον καὶ πανάγιον· διότι κηρύττει τὸ ἔλεός του ἐκχεόμενον εἰς ὅλας τὰς γενεὰς τῶν ἀνθρώπων, καὶ διότι ὁμολογεῖ αὐτόν, καθαιροῦντα μὲν τοὺς ὑπερηφάνους καὶ δυνάστας, ὑψοῦντα δὲ τοὺς ταπεινούς, ἐμπιπλῶντα τοὺς πεινασμένους, ἐξαποστέλλοντα κενοὺς τοὺς πεπλουτισμένους, ἀντιλαμβανόμενον τοῦ Ἰσραὴλ καὶ πληροῦντα, ἃ ἐλάλησε πρὸς τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸ σπέρμα αὐτοῦ, ὅλα γὰρ αὐτὰ μεγαλύνουσι τὸν Κύριον καὶ πλατύνουσι τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ Κυριότητα.
Τρίτον δὲ καὶ τελευταῖον, ἐμεγάλυνεν ἡ Παρθένος τὸν Κύριον, μὲ ἔργα μεγάλα, μὲ ἔργα ὑψηλά, καὶ μὲ ἔργα τῆς θείας μεγαλειότητος ἄξια· διότι αὐτὴ μὲ τὴν ὑπὲρ ἄνθρωπον καὶ ἰσάγγελον ζωήν, ὅπου ἔζησε δώδεκα ὁλοκλήρους χρόνους μέσα εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, καὶ μὲ τὴν ἄκραν καὶ ὑπερφυσικὴν αὐτῆς καθαρότητα, ἠξιώθη νὰ γίνῃ Μήτηρ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ· ἐκ δὲ τούτου τὶς λόγος δύναται νὰ παραστήσῃ πόσον ἡ Παρθένος ἐμεγάλυνε τὸν Κύριον καὶ πόσον ἐπλάτυνε τὴν κυριότητα καὶ Βασιλείαν αὐτοῦ; Ὅσον γὰρ περισσοτέρους ἀνθρώπους ἐπιστρέψῃ τινὰς εἰς τὸν Θεόν, τόσον περισσότερον μεγαλύνει καὶ πλατύνει τὴν κυριότητα τοῦ Θεοῦ. Ποῖον γὰρ ἄλλο κτίσμα ἐπέστρεψε περισσοτέρους ἀνθρώπους εἰς τὸν Θεόν, ἔξω ἀπὸ τὴν Θεοτόκον, ἥτις διὰ μέσου τοῦ ἀσπόρου Τόκου της ἐτράβηξεν ὅλα τὰ Ἔθνη τῆς γῆς εἰς τὴν θεογνωσίαν καὶ τὰ ὑπέταξεν εἰς τὴν Βασιλείαν καὶ Κυριότητα τοῦ Θεοῦ;
Ὅθεν ὅλοι οἱ Ἄγγελοι, οἱ ἔχοντες τὴν ἐπιστασίαν τῶν Ἐθνῶν, κατὰ τὴν ᾠδὴν τοῦ Μωϋσέως «ἔστησεν ὅρια Ἐθνῶν κατὰ ἀριθμὸν Ἀγγέλων Θεοῦ» (Δευτ. λβ΄
Καὶ ὁ μὲν Δαβίδ, ἐπειδὴ καὶ δὲν ἦτον ἀρκετὸς νὰ μεγαλύνῃ μόνος τὸν Κύριον, προσκαλεῖ ὅλους τοὺς πρᾳεῖς καὶ ἁγίους, διὰ νὰ συμβοηθήσουν αὐτῷ εἰς τὸ μέγα ἔργον τοῦτο, λέγων πρὸς αὐτοὺς· «μεγαλύνατε τὸν Κύριον σὺν ἐμοί» (Ψαλμ. λγ΄), ἡ δὲ Θεοτόκος αὐταρκεστάτη οὖσα εἰς τὸ μέγα τοῦτο κατόρθωμα, καθὸ Μήτηρ Θεοῦ, μόνη αὐτὴ ἀφ’ ἑαυτῆς μεγαλύνει τὸν Κύριον, χωρὶς νὰ χρειασθῇ τὴν συνεργίαν τῶν ἀνθρώπων. Καὶ δικαίως τοῦτο λέγει· διότι, ἂν ὅλα τὰ ἔργα καὶ κτίσματα, τόσον αἰσθητά, ὅσον καὶ νοητὰ μεγαλύνουσι τὸν Ποιητήν τους μὲ τὴν σοφίαν καὶ μέγεθος καὶ κάλλος καὶ μὲ τὰς ἄλλας φυσικάς τελειότητας, μὲ τὰς ὁποίας ἐδημιουργήθησαν· «ὡς ἐμεγαλύνθη, φησί, τὰ ἔργα σου Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. ργ΄ 24), πόσῳ μᾶλλον ἡ Παρθένος εἶναι ἀξία νὰ μεγαλύνῃ τὸν Κύριον, ὄχι μόνον μὲ τὰς φυσικὰς καὶ ἐπικτήτους τελειότητας, ὅπου τῇ ἐχαρίσθησαν, ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον μὲ τὰς ὑπερφυσικὰς καὶ θείας, μὲ τὰς ὁποίας ἔγινεν ὅλου τοῦ κόσμου κόσμος, καὶ ὅλης τῆς κτίσεως στολισμὸς καὶ καλλονὴ Ἀγγέλων τε καὶ ἀνθρώπων; Ταύτας γὰρ ὅποιος θεωρήσῃ μὲ μίαν προσεκτικὴν θεωρίαν, εὐθὺς κινεῖται εἰς τὸ νὰ μεγαλύνῃ καὶ νὰ δοξάζῃ τὸν Κύριον, ὅπου τόσον αὐτὴν ἐχαρίτωσε.
Καθὼς δὲ ἐμεγάλυνεν ἡ Θεοτόκος τὸν Κύριον καὶ τὴν κυριότητα τοῦ Κυρίου, ἔτσι ἐκ τοῦ ἐναντίου ἐσμίκρυνε τὸν διάβολον καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ διαβόλου, διότι ἐξωλόθρευσε τὴν βασιλείαν του, διότι ἀφάνισε τὴν εἰδωλολατρείαν του καὶ διότι ἐσήκωσεν ἀπὸ αὐτὸν τὴν τιμὴν ἐκείνην καὶ δόξαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐτιμᾶτο καὶ ἐδοξάζετο πρὸ τῆς Θεοτόκου, ὡσὰν βασιλεὺς καὶ κοσμοκράτωρ, καὶ ἐλατρεύετο ὡσὰν Θεὸς ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου· καὶ τοῦτο ἦτον κατὰ πάντα λόγον δικαίου ἀκόλουθον. Διότι καθὼς ἡ προμήτωρ Εὔα ἐσμίκρυνε μὲν τὸν Κύριον καὶ τὴν κυριότητα αὐτοῦ διὰ μέσου τῆς παρακοῆς, ἐμεγάλυνε δὲ τὸν διάβολον καὶ τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, ἔτσι ἔπρεπεν ἐκ τοῦ ἐναντίου ἡ θυγάτηρ τῆς Εὔας Μαρία, νὰ μεγαλύνῃ τὸν Κύριον καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Κυρίου διὰ μέσου τῆς πρὸς αὐτὸν ὑπακοῆς, νὰ σμικρύνῃ δὲ τὸν διάβολον καὶ τὴν βασιλείαν τοῦ διαβόλου, ἵνα ἡ θυγάτηρ ἰατρεύσῃ τῆς προμήτορος αὐτῆς τὸ παράπτωμα. Καὶ καθὼς ἄρχισεν ἡ ἁμαρτία καὶ τὰ κακὰ ἀπὸ γυναῖκα, οὕτω πάλιν ἀπὸ γυναῖκα νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἀρετὴ καὶ τὰ καλά, κατὰ τὸν Ὠριγένη, λέγοντα· «ὥσπερ ἤρξατο ἡ ἁμαρτία ἀπὸ γυναικός, οὕτω καὶ τὰ ἀγαθὰ ἀπὸ γυναικὸς ἤρξατο».
Ἁρμόζει τὸ ρητὸν τοῦτο καὶ εἰς ἐσένα Χριστιανέ, καὶ μάλιστα εἰς ἐσένα τὴν Χριστιανὴν γυναῖκα· διότι ἐὰν καὶ ἐσὺ ἔχῃς μεγάλα φρονήματα περὶ Θεοῦ καὶ δὲν φρονῆς τὰ σμικροπρεπῆ καὶ γήϊνα πράγματα, καθὼς εἶναι μάλιστα τὰ μάταια στολίδια καὶ οἱ καλλωπισμοὶ τῶν ἱματίων, μιμεῖσαι τὴν Θεοτόκον καὶ μεγαλύνεις τὸν Κύριον· ἐὰν καὶ σὺ δοξολογῇς τὸν Θεὸν μὲ λόγια θεολογικὰ καὶ μεγάλα, καὶ φυλάττῃς τὸ στόμα σου ἀπὸ αἰσχρολογίας, μυθολογίας, ὕβρεις καὶ φλυαρίας. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν διὰ τοῦ λόγου σου ἐπιστρέφῃς τοὺς ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν, μιμεῖσαι τὴν Θεοτόκον καὶ μεγαλύνεις τὸν Κύριον, καὶ πλατύνεις τὴν Βασιλείαν αὐτοῦ· ἐὰν πράττης ἔργα θεάρεστα καὶ φυλάττῃς τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου, καὶ ἀξίως πολιτευόμενος τῆς κλήσεως τοῦ Εὐαγγελίου, λείπεις ἀπὸ κάθε πονηρὰν πρᾶξιν, μιμεῖσαι τὴν Θεοτόκον καὶ μεγαλύνεις τὸν Κύριον. Ὅθεν εἶπεν ὁ Χρυσορρήμων· «πῶς οὖν γίνεται μέγας ὁ ἀεὶ ὢν Θεός, καὶ μὴ δεόμενος προσθήκης; ὅταν οἱ ἀνακείμενοι αὐτῷ βίον ἄριστον ἐπιδείξωνται· ὅταν καὶ διὰ ρημάτων, καὶ δι’ ἔργων αὐτὸν ἀνυμνῶσι, τότε μεγαλύνεται (ὁ Θεός), οὐκ αὐτός τι προσλαμβάνων εἰς μέγεθος, ἀλλὰ τοῖς ἀγνοοῦσιν αὐτὸν διὰ τῶν θεραπευόντων αὐτὸν μέγας δεικνύμενος». Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑπομένῃς τοὺς πειρασμούς, ὅπου σοὶ ἔρχονται, μὲ μεγαλοψυχίαν καὶ μὲ ἀνδρεῖον φρόνημα, ἤξευρε ὅτι μεγαλύνεις τὸν Κύριον. Ὅθεν λέγει ὁ μέγας Βασίλειος· «μεγαλύνει τὸν Κύριον ὁ μεγάλῃ διανοίᾳ καὶ γαύρῳ (πρὸς τὰ ὑψηλά) τῷ φρονήματι καὶ ἐπηρμένῳ, τοὺς ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας πειρασμούς ὑπομένων» (Ἑρμην. εἰς τὸν λγ΄ Ψαλμόν).
Ἐὰν δὲ ἐκ τοῦ ἐναντίου, ἔχῃς νοήματα καὶ λογισμοὺς σμικροπρεπεῖς εἰς τὸν νοῦν σου, περὶ πλούτου, περὶ δόξης, περὶ ἡδονῶν, καὶ περὶ τῶν γηΐνων πραγμάτων, ἤξευρε, ὅτι δὲν μιμεῖσαι τὴν Θεοτόκον, διότι μὲ αὐτὰ σμικρύνεις τὸν Κύριον· ὁμοίως καὶ ἐὰν ἔχῃς εἰς τὸ στόμα σου φλυαρίας, καὶ ματαιολογίας, καὶ ἐὰν πράττῃς ἔργα ταπεινὰ καὶ ἀνάξια τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Χριστιανικοῦ ἐπαγγέλματός σου, ἤξευρε, ὅτι μὲ αὐτὰ ὅλα σμικρύνεις τὸν Κύριον· καὶ διὰ νὰ εἰπῷ καθολικῶς, κατὰ τὰς κακίας καὶ πάθη ὅπου ἀφίνεις καὶ σὲ κυριεύουν, ἔτσι σμικρύνεις τὸν Κύριον. Ὅθεν εἶπεν ὁ σοφὸς Ὠριγένης· «σμικρύνει ἡ ψυχὴ τὸν Κύριον, ἀναλόγως κατὰ τὴν κακίαν τὴν ἐνυπάρχουσαν αὐτῇ».
Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου
* Ἁγιονικοδημικὸν Ἀνθολόγιον, Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ἐκδόσεις Σπηλιώτη.
orthodoxostypos
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53874
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
17 Αυγούστου μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Αθανασίου Χαμακιωτη.
«Μεθ’ υμών ειμί…»
Ο π. Αθανάσιος, το φωτεινό αστέρι, ολοκλήρωσε την τροχιά του στο φωτεινό στερέωμα της Εκκλησίας μας.
Πέρασε λοιπόν στο σταθερό κόσμο της αιωνιότητος.
Το φως όμως που εκπεμπόταν απ’ αυτόν όσο ζούσε, εξακολουθεί να φωτίζει ακόμη.
Σαν τα αστέρια, που σταμάτησαν να φέγγουν, αλλά το φως τους φαίνεται για πολλά πολλά χρόνια.
Πολλοί είπαν τα γνωστά λόγια: «Γίναμε φτωχότεροι.
Ο π. Αθανάσιος έφυγε από κοντά μας. Άφησε δυσαναπλήρωτο κενό… κ.λπ. Αν σε άλλους χώρους τα λόγια αυτά έχουν κάποιο νόημα, δεν ισχύουν στο χώρο της Εκκλησίας.
Ο γέροντας πραγματικά ζει κοντά στο θρόνο του Θεού, στην επουράνιο Ιερουσαλήμ.
Και αυτό για μας η πιο δυνατή παρηγοριά κι ελπίδα.
«Τάδε λέγει Κύριος.
Μακάριος ος έχει εν Σιών σπέρμα και οικείους εν Ιερουσαλήμ».
Στην άνω Ιερουσαλήμ έχουμε τόσους οικείους.
Αυτοί αποτελούν το φως και την ελπίδα μας για την παρούσα και τη μέλλουσα ζωή.
Αυτή τη δυνατή αίσθηση της συνεχούς παρουσίας και προστασίας και των πρεσβειών του, έχουν όλοι όσοι τον γνώρισαν και τον ευλαβούνται.
Ο γέροντας, και μετά τον θάνατό του, συνεχίζει να βοηθάει αποτελεσματικά και να δρα θαυματουργικά.
Η αγιότητά του αναγνωρίζεται απ’ όλους, ακόμη κι απ’ αυτούς που είχαν επιφυλάξεις.
Κοντά στο ησυχαστήριο υπήρχε κι ένα άλλο, που ακολουθούσε το παλαιό εορτολόγιο.
Ο ιερομόναχος, βλέποντας τον κόσμο να πηγαίνει στον π. Αθανάσιο, σχολίαζε ειρωνικά.
-Σιγά! Ο γέρο – Θανάσης θα τους σώσει όλους! Όλους θα τους πάει στον Παράδεισο!
Τη νύχτα που κοιμήθηκε ο γέροντας, ο ιερομόναχος αυτός είδε κάποιο όνειρο. Σηκώνεται και λέει στους άλλους:
-Ο γέρο – Θανάσης πέθανε!
-Πού το ξέρεις; Τον ρώτησαν.
-Είδα ότι είχε γεμίσει αρχιερείς όλος ο δρόμος!
Έπειτα από λίγο το όνειρο επιβεβαιώθηκε. Στην κηδεία του γέροντα και αυτός, αλλά και άλλοι παλαιοημερολογίτες πλησίασαν στο μοναστήρι και κάθισαν κάπως απόμακρα, παρακολουθώντας την προσέλευση του κόσμου και την εξόδιο ακολουθία.
Το βράδυ ο ίδιος ιερομόναχος βλέπει πάλι σε όνειρο ότι καθόταν δίπλα στον τάφο του γέροντα (και μάλιστα χωρίς να γνωρίζει που είναι, γιατί δεν είχε μπει καθόλου στο μοναστήρι κατά τη διάρκεια της κηδείας).
Εκεί είδε μια πολύ ωραία πορτοκαλιά , που έγερνε από αμέτρητα χρυσά πορτοκάλια.
Βλέποντάς την ειρωνεύτηκε.
-Μωρέ, ακόμη δεν τον έθαψαν και έγινε η πορτοκαλιά;
Τότε εμφανίστηκε άγγελος και του είπε:
-Αυτοί είναι οι καρποί του π. Αθανασίου.
Το πρωί σκεφτικός, προβληματισμένος, αναστατωμένος πήρε λαμπάδες και με τους υπόλοιπους ήλθαν να τις ανάψουν στον τάφο του και να ζητήσουν συγνώμη.
Μέχρι σήμερα σέβονται την αγία μορφή του και αναγνωρίζουν την αγιότητά του.
Από το βιβλίο: Ιερομόναχος Αθανάσιος Χαμακιώτης, 1891-1967. Του Αρχιμ. (και νυν Μητροπ. Αργολίδος) Νεκταρίου Αντωνοπούλου.
Εκδόσεις, Ακρίτας. Αθήναι 1998.
«Μεθ’ υμών ειμί…»
Ο π. Αθανάσιος, το φωτεινό αστέρι, ολοκλήρωσε την τροχιά του στο φωτεινό στερέωμα της Εκκλησίας μας.
Πέρασε λοιπόν στο σταθερό κόσμο της αιωνιότητος.
Το φως όμως που εκπεμπόταν απ’ αυτόν όσο ζούσε, εξακολουθεί να φωτίζει ακόμη.
Σαν τα αστέρια, που σταμάτησαν να φέγγουν, αλλά το φως τους φαίνεται για πολλά πολλά χρόνια.
Πολλοί είπαν τα γνωστά λόγια: «Γίναμε φτωχότεροι.
Ο π. Αθανάσιος έφυγε από κοντά μας. Άφησε δυσαναπλήρωτο κενό… κ.λπ. Αν σε άλλους χώρους τα λόγια αυτά έχουν κάποιο νόημα, δεν ισχύουν στο χώρο της Εκκλησίας.
Ο γέροντας πραγματικά ζει κοντά στο θρόνο του Θεού, στην επουράνιο Ιερουσαλήμ.
Και αυτό για μας η πιο δυνατή παρηγοριά κι ελπίδα.
«Τάδε λέγει Κύριος.
Μακάριος ος έχει εν Σιών σπέρμα και οικείους εν Ιερουσαλήμ».
Στην άνω Ιερουσαλήμ έχουμε τόσους οικείους.
Αυτοί αποτελούν το φως και την ελπίδα μας για την παρούσα και τη μέλλουσα ζωή.
Αυτή τη δυνατή αίσθηση της συνεχούς παρουσίας και προστασίας και των πρεσβειών του, έχουν όλοι όσοι τον γνώρισαν και τον ευλαβούνται.
Ο γέροντας, και μετά τον θάνατό του, συνεχίζει να βοηθάει αποτελεσματικά και να δρα θαυματουργικά.
Η αγιότητά του αναγνωρίζεται απ’ όλους, ακόμη κι απ’ αυτούς που είχαν επιφυλάξεις.
Κοντά στο ησυχαστήριο υπήρχε κι ένα άλλο, που ακολουθούσε το παλαιό εορτολόγιο.
Ο ιερομόναχος, βλέποντας τον κόσμο να πηγαίνει στον π. Αθανάσιο, σχολίαζε ειρωνικά.
-Σιγά! Ο γέρο – Θανάσης θα τους σώσει όλους! Όλους θα τους πάει στον Παράδεισο!
Τη νύχτα που κοιμήθηκε ο γέροντας, ο ιερομόναχος αυτός είδε κάποιο όνειρο. Σηκώνεται και λέει στους άλλους:
-Ο γέρο – Θανάσης πέθανε!
-Πού το ξέρεις; Τον ρώτησαν.
-Είδα ότι είχε γεμίσει αρχιερείς όλος ο δρόμος!
Έπειτα από λίγο το όνειρο επιβεβαιώθηκε. Στην κηδεία του γέροντα και αυτός, αλλά και άλλοι παλαιοημερολογίτες πλησίασαν στο μοναστήρι και κάθισαν κάπως απόμακρα, παρακολουθώντας την προσέλευση του κόσμου και την εξόδιο ακολουθία.
Το βράδυ ο ίδιος ιερομόναχος βλέπει πάλι σε όνειρο ότι καθόταν δίπλα στον τάφο του γέροντα (και μάλιστα χωρίς να γνωρίζει που είναι, γιατί δεν είχε μπει καθόλου στο μοναστήρι κατά τη διάρκεια της κηδείας).
Εκεί είδε μια πολύ ωραία πορτοκαλιά , που έγερνε από αμέτρητα χρυσά πορτοκάλια.
Βλέποντάς την ειρωνεύτηκε.
-Μωρέ, ακόμη δεν τον έθαψαν και έγινε η πορτοκαλιά;
Τότε εμφανίστηκε άγγελος και του είπε:
-Αυτοί είναι οι καρποί του π. Αθανασίου.
Το πρωί σκεφτικός, προβληματισμένος, αναστατωμένος πήρε λαμπάδες και με τους υπόλοιπους ήλθαν να τις ανάψουν στον τάφο του και να ζητήσουν συγνώμη.
Μέχρι σήμερα σέβονται την αγία μορφή του και αναγνωρίζουν την αγιότητά του.
Από το βιβλίο: Ιερομόναχος Αθανάσιος Χαμακιώτης, 1891-1967. Του Αρχιμ. (και νυν Μητροπ. Αργολίδος) Νεκταρίου Αντωνοπούλου.
Εκδόσεις, Ακρίτας. Αθήναι 1998.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53874
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Κι ένας άλλος αββάς μαρτυρούσε εκείνες τις μέρες του Χριστού τα Πάθη και την Ανάσταση: ο πατήρ Αθανάσιος Χαμακιώτης στον ναό της Παναγίας Νεραντζιώτισσας στο Μαρούσι της Αττικής.
Κράτησε την ευσέβεια των Αθηναίων, και μάλιστα των υψηλών τάξεων, μισό αιώνα.
Ήταν γερή κουτσούρα ο παπα- Θανάσης, που την περιέλουζαν τα νάματα της Χάριτος και βλάσταινε συνεχώς αγιοπατερική θεολογία.
Αυτοί οι πατέρες δεν έκαναν ούτε τους προορατικούς ούτε τους θαυματουργούς.
Είχαν κατέβη στον στίβο και πάλευαν μαζί με τον κόσμο και έστηναν τρόπαιο νίκης κατά της κακουργίας των δαιμόνων.
Έμειναν στην παράδοση των παλαιών παπάδων, ακούρευτοι, αναρωμάτιστοι, ταπεινοφορούντες, πενιχρά διαβιούντες.
Στο έργο της Εκκλησίας δεν τους ξέφυγε κανένα «νομίζω, έχω την γνώμη, εγώ αυτό έτσι θα το ‘κανα».
Έτσι , ήταν μια καλή συνέχεια του παπα- Πλανά.
Ούτε έκοβαν ούτε έρραβαν συνέχισαν όπως παρέλαβαν.
Τον παπα – Θανάση τον γνώρισα στο μονύδριο Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Μπάλα Αττικής.
Αρχιμ. Γρηγόριος της Μονής Δοχειαρίου Αγίου Όρους
Από το βιβλίο: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας» Ιερά Μονή Δοχειαρίου , Άγιον Όρος Γραφικές Τέχνες – Εκδόσεις: «Το Παλίμψηστον».
Κράτησε την ευσέβεια των Αθηναίων, και μάλιστα των υψηλών τάξεων, μισό αιώνα.
Ήταν γερή κουτσούρα ο παπα- Θανάσης, που την περιέλουζαν τα νάματα της Χάριτος και βλάσταινε συνεχώς αγιοπατερική θεολογία.
Αυτοί οι πατέρες δεν έκαναν ούτε τους προορατικούς ούτε τους θαυματουργούς.
Είχαν κατέβη στον στίβο και πάλευαν μαζί με τον κόσμο και έστηναν τρόπαιο νίκης κατά της κακουργίας των δαιμόνων.
Έμειναν στην παράδοση των παλαιών παπάδων, ακούρευτοι, αναρωμάτιστοι, ταπεινοφορούντες, πενιχρά διαβιούντες.
Στο έργο της Εκκλησίας δεν τους ξέφυγε κανένα «νομίζω, έχω την γνώμη, εγώ αυτό έτσι θα το ‘κανα».
Έτσι , ήταν μια καλή συνέχεια του παπα- Πλανά.
Ούτε έκοβαν ούτε έρραβαν συνέχισαν όπως παρέλαβαν.
Τον παπα – Θανάση τον γνώρισα στο μονύδριο Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Μπάλα Αττικής.
Αρχιμ. Γρηγόριος της Μονής Δοχειαρίου Αγίου Όρους
Από το βιβλίο: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας» Ιερά Μονή Δοχειαρίου , Άγιον Όρος Γραφικές Τέχνες – Εκδόσεις: «Το Παλίμψηστον».
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53874
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ο Όσιος γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής έγινε ναός του Θεού και σκεύος εκλογής Του, φωστήρας και πνευματικός Πατέρας εκατοντάδων μοναχών στις μέρες μας.
Υπολογίζουμε ότι πέραν των χιλιών μοναχών, ανδρών και γυναικών, προερχόμαστε σήμερα από αυτήν την ευλογημένη ρίζα και ομολογούμε όλοι μας ότι η παρουσία του, η ευχή του και η διδασκαλία του παραμένει ζωντανή ανάμεσά μας.
Ποιος από όλους εμάς δεν έχει να διηγηθεί προσωπικές εμπειρίες και θαύματα που έγιναν στη ζωή μας και στον αγώνα μας, όταν επικαλούμασταν τις ευχές και τις πρεσβείες του;
Ιδιαίτερα στον αγώνα της μοναχικής ασκήσεως, της νοεράς αδιαλείπτου ευχής και νήψης, ο οσιώτατος Πατέρας μας συμπαρίσταται και βοηθά αμέσα με τις ευχές του και το φωτεινό παράδειγμά του.
Όντως, πραγματική και ολοζώντανη η παρουσία του στον αγώνα της εν Χριστώ ζωής όλων μας, ώστε και μόνο η επίκληση της βοηθείας και συμπαράστασής του στις ώρες των σκληρών πειρασμών μάς δίνει άμεσα την αναψυχή και το σωτήριο αποτέλεσμα.
Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος
Εκ του προλόγου του βιβλίου "ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ-ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ" της Ι.Μ.Μ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ
Υπολογίζουμε ότι πέραν των χιλιών μοναχών, ανδρών και γυναικών, προερχόμαστε σήμερα από αυτήν την ευλογημένη ρίζα και ομολογούμε όλοι μας ότι η παρουσία του, η ευχή του και η διδασκαλία του παραμένει ζωντανή ανάμεσά μας.
Ποιος από όλους εμάς δεν έχει να διηγηθεί προσωπικές εμπειρίες και θαύματα που έγιναν στη ζωή μας και στον αγώνα μας, όταν επικαλούμασταν τις ευχές και τις πρεσβείες του;
Ιδιαίτερα στον αγώνα της μοναχικής ασκήσεως, της νοεράς αδιαλείπτου ευχής και νήψης, ο οσιώτατος Πατέρας μας συμπαρίσταται και βοηθά αμέσα με τις ευχές του και το φωτεινό παράδειγμά του.
Όντως, πραγματική και ολοζώντανη η παρουσία του στον αγώνα της εν Χριστώ ζωής όλων μας, ώστε και μόνο η επίκληση της βοηθείας και συμπαράστασής του στις ώρες των σκληρών πειρασμών μάς δίνει άμεσα την αναψυχή και το σωτήριο αποτέλεσμα.
Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος
Εκ του προλόγου του βιβλίου "ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ-ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ" της Ι.Μ.Μ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53874
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
16 Αυγούστου μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Ιωσήφ του Ησυχαστου .
Ρώτησε ὁ γερων Ἀρσένιος τόν μέγα Ἅγιο Ἰωσήφ τόν Ἡσυχαστή …
”Γιατί σ ἀγαπάει ἐσένα περισσότερο ἡ Παναγία γέροντα;”
Καί ὁ γερων ἀπάντησε…”Γιατί ἐμβάθυνα στήν αὐτογνωσία τοῦ μηδενός μου Ἀρσένιε”.
Γέρων Εφραίμ Φιλοθεΐτης
Ο Γέροντας μου Ιωσήφ ο Ησυχαστής.
Ρώτησε ὁ γερων Ἀρσένιος τόν μέγα Ἅγιο Ἰωσήφ τόν Ἡσυχαστή …
”Γιατί σ ἀγαπάει ἐσένα περισσότερο ἡ Παναγία γέροντα;”
Καί ὁ γερων ἀπάντησε…”Γιατί ἐμβάθυνα στήν αὐτογνωσία τοῦ μηδενός μου Ἀρσένιε”.
Γέρων Εφραίμ Φιλοθεΐτης
Ο Γέροντας μου Ιωσήφ ο Ησυχαστής.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53874
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Κάθε μέρα, την ίδια ώρα, επί χρόνια, επί χίλια χρόνια, επί δύο χιλιάδες χρόνια, τα ίδια λόγια, όπως ο ήλιος κάθε μέρα, και δεν λές να μή βγει μια μέρα, και κάθε μέρα είναι καινούργιος και θερμαίνει και φωτίζει και χαροποιεί, καθώς έλεγε ένας Γέροντας, παλιός Αγιορείτης.
Δόξα στον δοξασμένο, ευλογία στον ευλογημένο, τιμή στον πολυτιμημένο, αγάπη στην πηγή της αγάπης, χαρά από τον Δοτήρα της, ειρήνη από τον ουράνιο ειρηνοδότη, ευδοκία, αγαλλίαση, χάρη, αμεριμνία, μακαριότητα, λήθη και παραμυθία, καθημερινά.
Ο ύμνος των αγγέλων, στους βηθλεεμίτες ποιμένες, τους αγραυλούντες, τη νύχτα της Θεοφάνειας, της Σαρκώσεως του Λόγου, της κενώσεως της αφάτου και μεγαλειώδους της Παναχράντου Θεότητος, για την ανύψωση της ανθρωπότητος, για την γαλούχησή της στη θέρμη της οσιότητος, της αρετής, της αγαθότητος, της εισόδου της στην ατελεύτητη αιωνιότητα, καθημερινά.
Στο στασίδι το λειασμένο, ορθός, αναμένων, επαναλαμβάνων, γυρτός, μόνος, μοναχός, θεωρών αθορύβως την πλεύση του βίου του θορυβώδους, που κινδύνευσε πολλάκις, που διεσώθη θαυματουργικώς, που επείσθη βεβαίως, αλλά δεν παρεδόθη εισέτι ολοκληρωτικώς τώ Παντάνακτι.
Αλλ΄όμως "καθ΄ εκάστην εσπέραν ευλογήσω σε, καί αινέσω το όνομά Σου εις τον αιώνα του αιώνος".
Γιατί Σύ Κύριε μού γεννήθηκες καταφυγή, μ΄ελέησες, μ΄έγιανες, με δίδαξες, με φώτισες, με φύλαξες, μ΄έμαθες να ελπίζω, να μαθητεύω, να Σε ζητώ και να Σε υμνώ.
Ιδιαίτερα τις ευλογημένες ώρες του εσπερινού.
Ευλόγησον.
Από το βιβλίο "Αθωνικό Απόδειπνο", μ.Μωϋσέως Αγιορείτου
Δόξα στον δοξασμένο, ευλογία στον ευλογημένο, τιμή στον πολυτιμημένο, αγάπη στην πηγή της αγάπης, χαρά από τον Δοτήρα της, ειρήνη από τον ουράνιο ειρηνοδότη, ευδοκία, αγαλλίαση, χάρη, αμεριμνία, μακαριότητα, λήθη και παραμυθία, καθημερινά.
Ο ύμνος των αγγέλων, στους βηθλεεμίτες ποιμένες, τους αγραυλούντες, τη νύχτα της Θεοφάνειας, της Σαρκώσεως του Λόγου, της κενώσεως της αφάτου και μεγαλειώδους της Παναχράντου Θεότητος, για την ανύψωση της ανθρωπότητος, για την γαλούχησή της στη θέρμη της οσιότητος, της αρετής, της αγαθότητος, της εισόδου της στην ατελεύτητη αιωνιότητα, καθημερινά.
Στο στασίδι το λειασμένο, ορθός, αναμένων, επαναλαμβάνων, γυρτός, μόνος, μοναχός, θεωρών αθορύβως την πλεύση του βίου του θορυβώδους, που κινδύνευσε πολλάκις, που διεσώθη θαυματουργικώς, που επείσθη βεβαίως, αλλά δεν παρεδόθη εισέτι ολοκληρωτικώς τώ Παντάνακτι.
Αλλ΄όμως "καθ΄ εκάστην εσπέραν ευλογήσω σε, καί αινέσω το όνομά Σου εις τον αιώνα του αιώνος".
Γιατί Σύ Κύριε μού γεννήθηκες καταφυγή, μ΄ελέησες, μ΄έγιανες, με δίδαξες, με φώτισες, με φύλαξες, μ΄έμαθες να ελπίζω, να μαθητεύω, να Σε ζητώ και να Σε υμνώ.
Ιδιαίτερα τις ευλογημένες ώρες του εσπερινού.
Ευλόγησον.
Από το βιβλίο "Αθωνικό Απόδειπνο", μ.Μωϋσέως Αγιορείτου
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53874
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Κάποιος ευσεβής χριστιανός έδωσε στον Όσιο Αλύπιο τον Εικονογράφο παραγγελία να ζωγραφίσει την εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Την είχε τάξει στην Παναγία νια την πανήγυρη της, στις 15 Αυγούστου και παρακάλεσε να είναι έτοιμη εγκαίρως.
Αλλά σε λίγες ήμερες ο θεοφιλής Αλύπιος αρρώστησε βαριά.
Η κοίμησή του πλησίαζε. Έτσι ήταν αδύνατο να εκπληρώσει την παραγγελία.
Ο χριστιανός εκείνος έπεσε σε μεγάλη θλίψη.
Ήρθε στον άγιο, που βρισκόταν στην κλίνη σε κακή κατάσταση και τον παρακαλούσε να βρει μια λύση ώστε να είναι έτοιμη η εικόνα στην εορτή της Κοιμήσεως.
-«Μη θλίβεσαι, παιδί μου», αποκρίθηκε με σβησμένη φωνή ο όσιος.
«Έχε εμπιστοσύνη στο Θεό και στο άγιο θέλημά Του.
Η εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου θα βρίσκεται στη θέση της την Ημέρα της εορτής».
Παρηγορημένος ο χριστιανός από τα λόγια του αγίου, επέστρεψε στο σπίτι του χαρούμενος.
Ωστόσο, όταν ήρθε την παραμονή της εορτής για να πάρει την εικόνα, διαπίστωσε πως δεν ήταν έτοιμη, ενώ ο μακάριος Αλύπιος είχε βαρύνει περισσότερο
. Δυσαρεστημένος τότε έλεγε:
- «Γιατί, παπα-Αλύπιε, δεν με ειδοποίησες για την κατάσταση της υγείας σου; Θα έβρισκα άλλον αγιογράφο να μου φτιάξη την εικόνα.
Έχω υποσχεθεί να την πάω στην εκκλησία αύριο.
Τι θα κάνω τώρα;
Με ντρόπιασες!
Δεν το περίμενα αυτό από σένα»!
- «Τέκνο μου», αποκρίθηκε με πραότητα ο όσιος, «μήπως από ραθυμία δεν ετοίμασα την εικόνα σου;... Να ξέρης πως ο Κύριος μπορεί μόνο μ' ένα Του λόγο να ζωγραφίσει την εικόνα της Μητέρας Του.
Εγώ βέβαια ήδη αναχωρώ απ' αυτό τον κόσμο, όπως μου φανέρωσε ο Θεός. Εσένα όμως δεν θα σ' αφήσω λυπημένο».
Παρά τη διαβεβαίωση του αγίου όμως, ο χριστιανός έφυγε συγχυσμένος.
Αλλά να!
Σε λίγο μπήκε μέσα στο κελί ένας ολόλαμπρος, φωτεινός νέος. Στάθηκε μπροστά στο καβαλέτο κι άρχισε να ζωγραφίζει την εικόνα της Κοιμήσεως σιωπηλός.
Ο όσιος τον παρατήρησε προσεκτικά. Πρώτα άπλωσε στην εικόνα το χρυσό. Έπειτα έπιασε να δουλεύει τα χρώματα με απίστευτη ταχύτητα. Σε τρεις ώρες είχε κιόλας τελειώσει!
Στράφηκε τότε στον κατάκοιτο όσιο και του είπε:
-«Πάτερ! Της λείπει τίποτα; Έσφαλα σε κάτι»;
Πολύ καλή την έκανες, άγγελε του Θεού, απάντησε εκείνος.
Ο Θεός σε βοήθησε να την κάνης υπέροχη.
Μετά απ' αυτό ο θεόσταλτος «ζωγράφος» πήρε στα χέρια του την εικόνα κι έγινε άφαντος.
Στο μεταξύ ο χριστιανός που την είχε παραγγείλει δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι όλη τη νύχτα από τη μεγάλη του λύπη.
Ξημέρωνε η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η πανήγυρη, Αλίμονο, θα γινόταν χωρίς την εικόνα της!
Το πρωί σηκώθηκε με βαρεία καρδιά και κίνησε για την εκκλησία.
Δεν είχε ξημερώσει ακόμη καλά-καλά.
Ήταν ο πρώτος που έφτασε στο ναό. Θα μπορούσε ανενόχλητος να κλάψει εκεί για το σφάλμα του.
Μόλις όμως μπήκε μέσα, τι να δη!
Η εικόνα, πανέμορφη κι αστραφτερή, ήταν τοποθετημένη στο προσκυνητάρι της!
-«Κύριε ελέησον»! φώναξε, κι έπεσε κάτω,
πιστεύοντας ότι βλέπει όραμα.
Όσο περνούσε η ώρα όμως, άρχισε να πείθεται ότι η εικόνα ήταν πραγματική.
«Εν φόβω και εν τρόμω» θυμήθηκε τη διαβεβαίωση του οσίου Αλύπιου, ότι η εικόνα θα είναι έτοιμη στην εορτή της Παναγίας.
Γεμάτος δέος σηκώθηκε και γύρισε στο σπίτι του για να ειδοποιήσει τους δικούς του.
Κι έτρεξαν όλοι με χαρά μεγάλη στην εκκλησία, κρατώντας κεριά και θυμιάματα.
Αντίκρισαν την εικόνα να λάμπει σαν τον ήλιο.
Τόσο πολύ, που δεν μπορούσαν να την κοιτάξουν κατά πρόσωπο. Έπεσαν στη γη και την προσκύνησαν τρέμοντας από συγκίνηση.
Μετά την εορτή ο ευσεβής εκείνος χριστιανός ήρθε στον ηγούμενο της μονής των Σπηλαίων και του διηγήθηκε το θαύμα.
Πήγαν μαζί στον αξιομακάριστο Αλύπιο.
Ο ηγούμενος τον ρώτησε: - «Πάτερ Αλύπιε, πώς και από ποιόν ζωγραφίστηκε η εικόνα αυτού του ανθρώπου»;
Εκείνος τότε τους διηγήθηκε όλα όσα έγιναν.
-«Άγγελος Θεού την έφτιαξε», είπε.
«Αυτός την πήγε και στην εκκλησία. Και να! Ο ίδιος άγγελος στέκεται τώρα εδώ, δίπλα μου, περιμένοντας εντολή από τον Κύριο για να πάρει την ψυχή μου.
Τον βλέπετε; Ευλογητός ο Θεός»!
Και με τα λόγια αυτά ο όσιος, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο.
Ήταν 17 Αυγούστου.
Από σελίδα Το δεξί χέρι του Θεού
Αλλά σε λίγες ήμερες ο θεοφιλής Αλύπιος αρρώστησε βαριά.
Η κοίμησή του πλησίαζε. Έτσι ήταν αδύνατο να εκπληρώσει την παραγγελία.
Ο χριστιανός εκείνος έπεσε σε μεγάλη θλίψη.
Ήρθε στον άγιο, που βρισκόταν στην κλίνη σε κακή κατάσταση και τον παρακαλούσε να βρει μια λύση ώστε να είναι έτοιμη η εικόνα στην εορτή της Κοιμήσεως.
-«Μη θλίβεσαι, παιδί μου», αποκρίθηκε με σβησμένη φωνή ο όσιος.
«Έχε εμπιστοσύνη στο Θεό και στο άγιο θέλημά Του.
Η εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου θα βρίσκεται στη θέση της την Ημέρα της εορτής».
Παρηγορημένος ο χριστιανός από τα λόγια του αγίου, επέστρεψε στο σπίτι του χαρούμενος.
Ωστόσο, όταν ήρθε την παραμονή της εορτής για να πάρει την εικόνα, διαπίστωσε πως δεν ήταν έτοιμη, ενώ ο μακάριος Αλύπιος είχε βαρύνει περισσότερο
. Δυσαρεστημένος τότε έλεγε:
- «Γιατί, παπα-Αλύπιε, δεν με ειδοποίησες για την κατάσταση της υγείας σου; Θα έβρισκα άλλον αγιογράφο να μου φτιάξη την εικόνα.
Έχω υποσχεθεί να την πάω στην εκκλησία αύριο.
Τι θα κάνω τώρα;
Με ντρόπιασες!
Δεν το περίμενα αυτό από σένα»!
- «Τέκνο μου», αποκρίθηκε με πραότητα ο όσιος, «μήπως από ραθυμία δεν ετοίμασα την εικόνα σου;... Να ξέρης πως ο Κύριος μπορεί μόνο μ' ένα Του λόγο να ζωγραφίσει την εικόνα της Μητέρας Του.
Εγώ βέβαια ήδη αναχωρώ απ' αυτό τον κόσμο, όπως μου φανέρωσε ο Θεός. Εσένα όμως δεν θα σ' αφήσω λυπημένο».
Παρά τη διαβεβαίωση του αγίου όμως, ο χριστιανός έφυγε συγχυσμένος.
Αλλά να!
Σε λίγο μπήκε μέσα στο κελί ένας ολόλαμπρος, φωτεινός νέος. Στάθηκε μπροστά στο καβαλέτο κι άρχισε να ζωγραφίζει την εικόνα της Κοιμήσεως σιωπηλός.
Ο όσιος τον παρατήρησε προσεκτικά. Πρώτα άπλωσε στην εικόνα το χρυσό. Έπειτα έπιασε να δουλεύει τα χρώματα με απίστευτη ταχύτητα. Σε τρεις ώρες είχε κιόλας τελειώσει!
Στράφηκε τότε στον κατάκοιτο όσιο και του είπε:
-«Πάτερ! Της λείπει τίποτα; Έσφαλα σε κάτι»;
Πολύ καλή την έκανες, άγγελε του Θεού, απάντησε εκείνος.
Ο Θεός σε βοήθησε να την κάνης υπέροχη.
Μετά απ' αυτό ο θεόσταλτος «ζωγράφος» πήρε στα χέρια του την εικόνα κι έγινε άφαντος.
Στο μεταξύ ο χριστιανός που την είχε παραγγείλει δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι όλη τη νύχτα από τη μεγάλη του λύπη.
Ξημέρωνε η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η πανήγυρη, Αλίμονο, θα γινόταν χωρίς την εικόνα της!
Το πρωί σηκώθηκε με βαρεία καρδιά και κίνησε για την εκκλησία.
Δεν είχε ξημερώσει ακόμη καλά-καλά.
Ήταν ο πρώτος που έφτασε στο ναό. Θα μπορούσε ανενόχλητος να κλάψει εκεί για το σφάλμα του.
Μόλις όμως μπήκε μέσα, τι να δη!
Η εικόνα, πανέμορφη κι αστραφτερή, ήταν τοποθετημένη στο προσκυνητάρι της!
-«Κύριε ελέησον»! φώναξε, κι έπεσε κάτω,
πιστεύοντας ότι βλέπει όραμα.
Όσο περνούσε η ώρα όμως, άρχισε να πείθεται ότι η εικόνα ήταν πραγματική.
«Εν φόβω και εν τρόμω» θυμήθηκε τη διαβεβαίωση του οσίου Αλύπιου, ότι η εικόνα θα είναι έτοιμη στην εορτή της Παναγίας.
Γεμάτος δέος σηκώθηκε και γύρισε στο σπίτι του για να ειδοποιήσει τους δικούς του.
Κι έτρεξαν όλοι με χαρά μεγάλη στην εκκλησία, κρατώντας κεριά και θυμιάματα.
Αντίκρισαν την εικόνα να λάμπει σαν τον ήλιο.
Τόσο πολύ, που δεν μπορούσαν να την κοιτάξουν κατά πρόσωπο. Έπεσαν στη γη και την προσκύνησαν τρέμοντας από συγκίνηση.
Μετά την εορτή ο ευσεβής εκείνος χριστιανός ήρθε στον ηγούμενο της μονής των Σπηλαίων και του διηγήθηκε το θαύμα.
Πήγαν μαζί στον αξιομακάριστο Αλύπιο.
Ο ηγούμενος τον ρώτησε: - «Πάτερ Αλύπιε, πώς και από ποιόν ζωγραφίστηκε η εικόνα αυτού του ανθρώπου»;
Εκείνος τότε τους διηγήθηκε όλα όσα έγιναν.
-«Άγγελος Θεού την έφτιαξε», είπε.
«Αυτός την πήγε και στην εκκλησία. Και να! Ο ίδιος άγγελος στέκεται τώρα εδώ, δίπλα μου, περιμένοντας εντολή από τον Κύριο για να πάρει την ψυχή μου.
Τον βλέπετε; Ευλογητός ο Θεός»!
Και με τα λόγια αυτά ο όσιος, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο.
Ήταν 17 Αυγούστου.
Από σελίδα Το δεξί χέρι του Θεού
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53874
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ουδέποτε γεννήθηκε και ουδέποτε θα γεννηθεί άνθρωπος σαν την Υπεραγία Θεοτόκο, την ευλογημένη γυναίκα που έγινε Μητέρα του Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή Του. Τον κατακόσμησε με εξαίρετα χαρίσματα και ενεφύσησε στους ρώθωνές του «πνοήν ζωής και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν». Ο άνθρωπος μπορούσε να αντανακλά στον κτιστό κόσμο τις τελειότητες του Θεού· στο πρόσωπό του συνέθετε τον υλικό και τον πνευματικό κόσμο.
Ο εχθρός φθόνησε το απερίγραπτο μεγαλείο που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο και προέτρεψε τον άφρονα Πρωτόπλαστο στην παρακοή και στην πτώση. Αλλά η θεια αγάπη είναι αμετάθετη και τα σπλάγχνα των θειων οικτιρμών ανείκαστα. Ο Θεός «ουκ απέστη πάντα ποιων» για να ελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά της αμαρτίας και του θανάτου, να τον επαναγάγει «εις το καθ’ομοίωσιν», να «αναμορφώση το αρχαίον κάλλος» σε αυτόν, να του παράσχει την «ποθεινήν πατρίδα» του Παραδείσου.
Ο Αδάμ και η Εύα γέννησαν δυο υιούς, τον Καιν και τον Άβελ. Στον Άβελ υπερίσχυε η χάρη που εναπέμεινε στους γεννήτορές του και ακολούθησε την οδότης δικαιοσύνης και του φόβου του Θεού. Στον Καιν υπερίσχυσε το στοιχείο της αποστασίας των γονέων του. Έγινε θηριώδης και φόνευσε τον αδελφό του Άβελ. Από αυτούς τους δυο προήλθαν δυο ρεύματα στην ιστορία του ανθρώπινου γένους: Πρώτον, το ρεύμα των δικαίων , στη μνήμη των οποίων αχνόφεγγε το φως της πρωτόγονης χάριτος του Παραδείσου και αυτοί αγωνίζονταν να διάγουν βιο θεοφιλή· Δεύτερον, το ρεύμα των γιγάντων, δηλαδή εκείνων στους οποίους τα πάθη προσέλαβαν γιγαντιαίες διαστάσεις και αυτοί απαλλοτριώθηκαναπό τις διαθήκες του Θεού.
Ο Θεός μέσα από το ρεύμα των δικαίων προετοίμαζε προφητικά την οδό Του. Κατά καιρούς τους έδιδε αποκαλύψεις και πύρινους λόγους, τους οποίους ανακοίνωναν στους συγχρόνους τους, ώστε να διατηρηθεί η θεοσέβεια πάνω στη γη. Ο Θεός είχε το βλέμμα Του προσηλωμένο σε αυτούς, να δει, «ει έστιν συνίων ή εκζητών Αυτόν», «ει εστι ποιων δικαιοσύνην» με τρόπο τέλειο και μοναδικό. Και ο άνθρωπος αυτός βρέθηκε στο πρόσωποτης Παναγίας Παρθένου Μαριάμ.
Η Παναγία ήταν καρπός προσευχής των αγίων και δικαίων Ιωακείμ και Άννης. Η σύλληψή Της δεν ήταν άσπορος, αλλά απαθής από το πανάμωμο σπέρμα του Ιωακείμ. Ήταν κεχαριτωμένη ήδη από τη στιγμή της γεννήσεώς Της, διότι στο Πρόσωπό Της συγκέντρωνε την αγιότητα όλων των προγενεστέρων γενεών. Άφιερώθηκε στον ναό από την τρυφερή Της ηλικία, όπου ζούσε ησυχαστικά με προσευχή και μελέτη των Γραφών.
Η θεόπαις Μαριάμ διακρινόταν από παράδοξη αγάπη για τον Θεό, και περιποθούσε την κοινωνία μαζί Του μέσω της προσευχής. Βεβαίως, η έφεσή Της για προσευχή ήταν ασυνήθης με τα δεδομένα του πεπτωκότος κόσμου, ενώ κατ’ ουσίαν εκφράζει τη φυσική κατάσταση του πλασμένου κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού ανθρώπου.
Με την προσευχή και τη μελέτη του λόγου του Θεού η ενέργεια της χάριτος συσσωρευόταν στην καρδιά Της. Την πλάταινε, για να περιπτυχθεί μέσα Της Θεό και άνθρωπο. Ήλθε στιγμή που τα ίχνη της χάριτος έφθασαν σε κάποιο πλήρωμα και γέννησαν εντός Της τη συνείδηση του οντολογικού Της συνδέσμου με όλο το γένος των ανθρώπων από αρχής μέχρις εσχάτων· επίσης τελεσιούργησαν το άρρητο γεγονός της ενώσεως του κτιστού ανθρώπου με τον άκτιστο Θεό σε ένα, την ένωση της καρδιάς Της με το Πνεύμα του Θεού. Η νεαρή Της ύπαρξη στο εξής καταπονείτο αφενός από την εξαθλίωση και την άγνοια των ανθρώπων και αφετέρου από τη δίψα Της για τον ζώντα Θεό των Πατέρων Της. Με φυσικό τρόπο άρχισε η μεσιτεία και η πρεσβεία Της για κάθε γηγενή.
Κατά τη μελέτη των Αγίων Γραφών, «πυρ εξεκαύθη εν τη καρδία Αυτής»,όταν συνάντησε την προφητεία, «ιδού η παρθένος έξει εν γαστρί και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα Αυτού Εμμανουήλ». Με άσβεστο πόθο για τον Θεό που θα ερχόταν στη γη να σώσει τον λαό Του «εκ των ανομιών αυτών», άρχισε να προσεύχεται να αξιωθεί να γίνει η θεραπαινίδα της Μητέρας του Εμμανουήλ. Πάνω στη ζέση αυτής της προσευχής εμφανίσθηκε ο Αρχάγγελος και Της ανήγγειλε ότι δεν θα γινόταν η υπηρέτρια της Μητέρας του Μεσσία, αλλά ότι Αυτή η Ίδια θα δάνειζε σάρκα στον αμήτορα εκ Πατρόςκαι απάτορα εκ Μητρός. Η Παναγία Παρθένος συνέλαβε υπερφυώς τον Υιό του Θεού εκ Πνεύματος Αγίου και Τον γέννησε επίσης υπερφυώς.
Βεβαίως, για να δεχθεί ο άνθρωπος οποιοδήποτε πνευματικό χάρισμα, πρέπει να υπάρχει κάποια αντιστοιχία της δωρεάς με το περιεχόμενο της καρδιάς του. Και στην περίπτωση της Παναγίας η αντιστοιχία αυτή έγκειται στην ταπείνωσή Της, η οποία ήταν προφητικά κατ’ εικόνα της απερίγραπτης ταπεινώσεως του Υιού και Θεού Της.
Ο ανθρώπινος νους ιλιγγιά ενώπιον του «ακατανοήτου θαύματος» που έλαβε χώρα και με δέος ομολογεί: «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι εν Σοι, Παρθένε άχραντε· παρθενεύει γαρ τόκος και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος».
«Παρθενεύει τόκος», διότι η Παναγία ήτανΠαρθένος, και έμεινε Παρθένος κατά τη γέννηση και μετά τη γέννηση του Κυρίου Ιησού. Η Γραφή μαρτυρεί την παρθενία Της πριν τη σύλληψη του Κυρίου. Ο σώφρων Ιωσήφ Την παρέλαβε αγνή από τα Άγια των Αγίων, και ταράχθηκε όταν είδε ότι κυοφορούσε. Οι Ισραηλίτεςήταν μεν συνηθισμένοι στις θαυματουργικές επεμβάσεις του Θεού, αλλά παρθενική γέννηση ήταν άνευ προηγουμένου στην ιερά ιστορία. Η νεαρή κόρη σίγησε και δεν υπερασπίσθηκε τον Εαυτό Της, μολονότι αντιμετώπιζε κίνδυνο ακόμη και της ζωής Της από λιθοβολισμό λόγω της παράδοξης άνευ ανδρός κυοφορίας. Λάλησε, όμως, ο Θεός στην καρδιά του Ιωσήφ, πληροφορώντας τον για το θαυμαστό γεγονός. Επομένως, η Παναγία ήταν Παρθένος προ του τόκου.
Γνωρίζουμε ότι η Παναγία έμεινε Παρθένος κατά τη γέννηση από την εμπειρία της χάριτος. Κατά την επί γης επιδημία του Κυρίου «πας ο όχλος εζήτει άπτεσθαι Αυτού, ότι δύναμις παρ’ Αυτού εξήρχετο και ιάτο πάντας». Ακόμη και ένα άγγιγμα της χάριτος θεραπεύει και αποκαθιστά την ακεραιότητα στον νου, στην ψυχή, ακόμη και στο σώμα. Πως μπορούσε ο Υιός του Θεού να διέλθει από τη μήτρα της αγνής Παρθένου και να Της αφήσει πληγή; Ως εκ τούτου, η Παναγία έμεινε Παρθένος κατά τον τόκο.
Γνωρίζουμε επίσης ότι η Παναγία διήγε ενπαρθενία μετά τον τόκο του Εμμανουήλ από την αιωνόβια πνευματική πείρα νέφους πιστών, ιδιαιτέρως μοναχών, οι οποίοι δέχονται μικρή χάρη κλήσεως, και αισθάνονται τέτοιο πλήρωμα στην καρδιά τους, ώστε ούτε καν αναλογίζονται τα πάθη της σαρκός τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής τους. Η αγάπη του Θεού ως «πυρ καταναλίσκον»φλέγει «άπαντα αισχρόν νουν»· κάνει την ψυχή του ανθρώπου να επιποθεί και να εκλείπει «εις τας αυλάς του Κυρίου»· κάνει την καρδιά, ακόμη και τη σάρκα του να αγάλλονται «επί Θεώ ζώντι». Η Παναγία, συνεπώς, έμεινε Παρθένος μετά τον τόκο.
Ωστόσο, πολλοί έχουν φυσική παρθενία, αλλά δεν σώζονται κατ’ ανάγκη, όπως διδασκόμαστε από την παραβολή των μωρών παρθένων. Εκείνο που νοηματοδοτεί και προσδίδει αξία στη φυσική παρθενία είναι η πνευματική παρθενία, δηλαδή η καθαρότητα της καρδιάς και του νου, η προσεδρία στη θεια Παρουσία, η διαμονή, μάλλον το βύθισμα του νου στο Πνεύμα του Θεού.
«Πάσα η δόξα της θυγατρός του βασιλέως έσωθεν εν κροσσωτοίς χρυσοίς περιβεβλημένη πεποικιλμένη». Ήταν περικαλλής «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος» της Παναγίας, «εν τω αφθάρτω του πραέος και ησυχίου πνεύματος, ο εστιν ενώπιον του Θεού πολυτελές».Το κάλλος της Υπεραγίας Θεοτόκου λαμπρύνεται από την αρετή της ταπεινώσεως και κοσμείται από την πνευματική Της παρθενία. Η καρδιά Της ήταν εξ ολοκλήρου και αμέριστα δοσμένη στον Θεό· ο νους Της ουδέποτε απομακρύνθηκε από τη μνήμη του Ονόματός Του· η αγάπη Της γι’ Αυτόν ουδέποτε μοιράσθηκε με οποιαδήποτε άλλη αγάπη του κόσμου τούτου· το θέλημά Της ουδέποτε απέκλινε από τις βουλές Του.
Η Παναγία στο διάβα της ζωής Της έμεινε άτρωτη από την αμαρτία, διότι η καρδιά Της φλεγόταν από «περισσόν ζωής», από το πυρ του πληρώματος της χάριτος.
Βεβαίως, ως άνθρωπος ενδέχεται να έκανε αναμάρτητα λάθη. Ακόμη και αυτά, όμως, ήταν κατ’ οικονομία Θεού, για να γνωρίσουν οι μετέπειτα γενεές καινά μυστήρια. Όταν για παράδειγμαη Παναγία Παρθένος με τον Ιωσήφ πήραν τον δρόμο της επιστροφής από τα Ιεροσόλυμα, νόμισαν ότι ο δωδεκαετής Ιησούς ήταν με τα άλλα μέλη της προσκυνηματικής ομάδας και δεν παρατήρησαν την απουσία Του, ωσότου είχαν διανύσει πορεία μιας ημέρας. Οδυνώμενοι αναζητούσαν τον παίδα Ιησού, και την τρίτη ημέρα Τον βρήκαν στον ναό να συνδιαλέγεται με τους διδασκάλους του Ισραήλ και να ερμηνεύει τις Γραφές.
Ωστόσο, ο Θεός επέτρεψε το αδιάβλητο αυτό «σφάλμα» της Παναγίας, για να μας διδάξει ότι, δεν θα εύρουμε τον Χριστό ανάμεσα στους συγγενείς και στους φίλους· όταν χάσουμε την ποθεινή αίσθηση της Παρουσίας του Κυρίου, είναι αδύνατον να την εύρουμε κάπου αλλού ει μη στον Οίκο Του, στην Εκκλησία, εκεί όπου το Πνεύμα Του επισκιάζει τους πιστούς.
Η Παναγία είχε άπειρη αγάπη για τον Θεό και απαράμιλλη ταπείνωση. Επιπλέον, ήταν πλήρως παραδομένη στο θειο θέλημα, ακόμη και αν αυτό συνεπαγόταν σταυρική ζωή, διαρκή κένωση, εσωτερικό μαρτύριο. Διακονούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής Της τον Κύριο Ιησού, τον Υιό και Θεό Της, ανιδιοτελώς και αφανώς. Αν εμείς για να φυλάξουμε λίγη χάρη, πρέπει να αγωνισθούμε με μεγάλη αυταπάρνηση, πόσο μάλλον η διακονία της Παναγίας, να βαστάσει το πλήρωμα της χάριτος, να φέρει τον Θεό σωματικώς στα σπλάγχνα Της, να θεραπεύει το θέλημά Του για την πάγκοινη σωτηρία, απαιτούσε τέλεια νέκρωση για τον κόσμο και για τον Εαυτό Της.
Έχοντας αυτό κατά νου, αρχίζει να αίρεται η σκιά από τον παράδοξο στίχο: «Και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος». Η Παναγία «απέθνησκε καθ’ ημέραν». Διήλθε τη ζωοποιό νέκρωση κάθε θελήματός Της, προκειμένου να καταστήσει το θέλημα του Θεού τον μοναδικό νόμο της υπάρξεώς Της. Κόλλησε τα ώτα και την καρδιά Της στον Κύριο. Στην καρδιά Της αποθησαύριζε τα ρήματά Του, «ρήματα ζωής αιωνίου». Λησμόνησε κάθε συγγένεια αυτής της ζωής και αποτάχθηκε κάθε ανθρώπινη παρηγοριά. Ακόμη και δίπλα στον Σταυρό του Υιού Της, όταν τα μητρικά σπλάγχνα Της σχίζονταν, η Θεοτόκος, ως τέλειο «Χριστού αφομοίωμα», δεν έπαυσε να μεσιτεύει για τη σωτηρία πάντων, ακόμη και των αφρόνων Χριστοκτόνων. Η νέκρωση, όμως, που υφίστατο, μεταβλήθηκε σε προπομπό ζωής ακαταλύτου.
Σε μια φράση, «και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος», ο υμνωδός εξέφρασε μυστήριο μέγα. Το περισσόν της αιώνιας ζωής προϋποθέτει γεύση θανάτου, «το πλήρωμα της τελειότητος προϋποθέτει το πλήρωμα της κενώσεως», η Ανάσταση τον Σταυρό. Ο εκούσιοςθάνατος χάριν των εντολών προσκομίζει τον αρραβώνα της αιώνιας ζωής και την κληρονομία της άφθαρτης δόξας του Θεού.
Η Παναγία ουδέποτε αμάρτησε, ούτε καν με ένα λογισμό. Ως εκ τούτου, εφόσον ο θάνατος είναι το «οψώνιον της αμαρτίας», δεν είχε εξουσία επάνω Της.Ωστόσο, η θεια Οικονομία επέτρεψε να πεθάνει η Αγία Παρθένος, ώστε αφενός να καταφανεί ότι ήταν πλήρως μέτοχος της ανθρώπινης φύσεως και αφετέρου να γίνει τέλειο μίμημα του Υιού Της, πορευόμενη ως το τέλος την οδό Του. Η Παναγία κοιμήθηκε, έμεινε τρεις ημέρες στον τάφο, και την τρίτη ημέρα αναστήθηκε. Η «ολόφωτος ψυχή» Της μετατέθηκε «εις τας αχράντους παλάμας του εξ Αυτής Σαρκωθέντος άνευ σποράς». Ο άδικος θάνατός Της κατ’ εικόνα του αδίκου θανάτου του αμώμου και ασπίλου Χριστού, συνιστά υπερκόσμια νίκη στο επίπεδο της αιωνιότητας και κατάκριμα του θανάτου των ανθρώπων.
Ο θάνατος μπορεί να αποβεί το μεγαλειωδέστερο, ακόμη και ωραιότερο γεγονός της ζωής, όταν ο άνθρωπος προετοιμασθεί κατάλληλα και εκπληρώσει κάποιους όρους. Όποιος έχει καλλιεργήσει ήδη από αυτήν τη ζωή ισχυρό και ακατάλυτο σύνδεσμο αγάπης με τον Χριστό, τον Σωτήρα «πάντων ανθρώπων, μάλιστα δεπιστών», μεταβαίνει στην άλλη ζωή πάνω στις πτέρυγες της θειας αγάπης και εκεί, στην ανέσπερη ημέρα της Βασιλείας, γίνεται μέτοχος του ηγαπημένου Κυρίου «εκτυπώτερον και πληρέστερον».
Εορτάζουμε συνήθως τα γενέθλια ως την ημέρα της γεννήσεώς μας στον κόσμο και αποφεύγουμε να συλλογισθούμε την ημέρα της εξόδου μας. Κατ’ ουσίαν, όμως, η ημέρα του θανάτου για όσους ανήκουν στον Κύριο, σηματοδοτεί την ημέρα της γεννήσεώς τους στην αιωνιότητά Του. Τότε «χαρά γίνεται εν τω ουρανώ», «ότι εγεννήθη άνθρωπος εις τον κόσμον [της αιωνίου Βασιλείας]» του Θεού.
Η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου είναι το Πάσχα Της, η διάβασή Της από την πρόσκαιρη ζωή στην αιώνια, η μετάστασή Της από «των λυπηροτέρων επί τα χρηστότερα και θυμηδέστερα».
«Το πρόσωπον της Βασιλίσσης του Ουρανού λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού».Την εορτή της Θεοτόκου πανηγυρίζουν θεοπρεπώς οι «πτωχοί τω πνεύματι», οι ταπεινοί αλλά πλούσιοι σε πνευματικά χαρίσματα. Όσοι είναι «του ιδίου γένους» με τη Θεομήτορα, «τη φιλαδελφία εις αλλήλους φιλόστοργοι, τη τιμή αλλήλους προηγούμενοι», «πράοι, και ταπεινοί τη καρδία», παρθένοι στον νου και στο πνεύμα, παραδομένοι στη θεια Πρόνοια, ακόμη και όταν αυτή εκφράζεται με θλίψεις και δοκιμασίες στη ζωή τους, Την τιμούν και Τη μακαρίζουν όπως Της αρμόζει.
Πρώτη από τους γηγενείς η δικαία Ελισάβετ, όταν δέχθηκε τον ασπασμό της Αγίας Παρθένου, αναφώνησε ρήματα ευγνωμοσύνης προς τη νεαρή Κόρη: «Πόθεν μοι τούτο, ίνα έλθη η Μήτηρ του Κυρίου μου προς με;».Ο προφητικός της λόγος έγινε αιτία εκφοράς άλλου προφητικού λόγου, αυτήν τη φορά από την ίδια την Παναγία, η Οποία στη δική Της ευχαριστήριο ωδή μεγάλυνε τον Κύριο, ομολόγησε τη μηδαμινότητά Της και προφήτευσε: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί».
Πως, όμως, να τιμήσουμε και να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας στην Παναγία εμείς, οι έσχατοι των Χριστιανών, οι πένητες, το κατακάθι των αιώνων; Πως να εκπληρώσουμε την προφητεία Της; Πως να έχουν αντίκρισμα οι ύμνοι και οι δεήσεις που αναπέμπουμε προς Αυτήν είτε κατά μόνας είτε στις συνάξεις μας;
Ο μόνος τρόπος να τιμήσουμε την Παναγία είναι ακολουθώντας ακλινώς την οδό Της, ταπεινώνοντας τον εαυτό μας και προσφέροντας διηνεκή ευχαριστία για τα πάντα, «εξαιρέτως» δε για τα «μεγαλεία α εποίησεν Αυτή ο Δυνατός». Η ευχαριστία μας, αν και πενιχρή, θα αποβεί το εισιτήριο για την είσοδό μας στον θεσπέσιο χορό των «πλουσίων του λαού», της στρατιάς των παρθενικών ψυχών που λάμπουν μεεσωτερική καθαρότητα και «αποφέρονται εν ευφροσύνη [ανά τους αιώνας] οπίσω Αυτής».
Αν ο Θεός δεν είχε μαρτυρήσει με τη χάρη Του την ισχύ της μεσιτείας Της ανά τους αιώνες, θα είχε εκλείψει η τιμή και το μεγαλείο που Της ανήκει. Ωστόσο, την Παναγία Παρθένο ομολογούν ως Μητέρα του Θεού, μεγαλύνουν, μακαρίζουν και ανυμνούν οι γενεές των ανθρώπων και τα τάγματα των Αγγέλων, η Εκκλησία και ο λαός του Θεού, όπως φαίνεται στους λόγους που οι πιστοί καθημερινά Της απευθύνουν: «Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε, Κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά Σου· ευλογημένη Συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας Σου· ότι Σωτήρα έτεκες των ψυχών ημών».
Λέγοντας «Θεοτόκε Παρθένε» ομολογούμε ότι πρώτον, Αυτή δάνεισε σάρκα στον Ένα της Τριάδας, και δεύτερον, την αειπαρθενία Της. «Χαίρε, Κεχαριτωμένη Μαρία» είναι ο αρχαγγελικός ασπασμός προς την «Αξίαν της χάριτος». «Ευλογημένη Συ εν γυναιξί, και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας Σου», είναι οι λόγοι της γυναίκας που μέσα στο πλήθος σε έκρηξη χαράς και θάμβους για τους λόγους της χάριτος «τους εκπορευομένους εκ του στόματος του Χριστού», έκραξε: «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά Σε και μαστοί ους εθήλασας». Τέλος, οι λόγοι «ότι Σωτήρα έτεκες των ψυχών ημών» είναι λόγοι της Εκκλησίας που εκφράζουν την ευγνωμοσύνη του λαού του Θεού.
Στην αρχή της δημιουργίας ο Κύριος είπε «γενηθήτω» και τα πάντα «εγένοντο».
Στην αρχή της αναδημιουργίας η Αγία Παρθένος είπε, «γένοιτο μοι κατά το ρήμά Σου», και ανακαινίσθηκε η κτίση.
Και νυν, με την ίδια παράδοση στο άγιο και τέλειο θέλημα του Θεού, ας πούμε κατά το υπόδειγμα της Μητέρας του Ουρανού: «Γένοιτο, Κύριε, το θέλημά Σου εφ’ ημάς», ώστε να αξιωθούμε της γεννήσεως «ουκ εξ αιμάτων, ουδέ εκ θελήματος σαρκός, ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ’ εκ Θεού», «άνωθεν»και της «πλουσίας εισόδου» στην ουράνια Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Εκεί παρίσταται η Παναγία ως Βασίλισσα εκ δεξιών του θρόνου δόξης του Θεού. Από εκεί οι οικτιρμοί Της περιδροσίζουν την «δεινώς πυρουμένην» ψυχή μας,και η Ίδια ως άρρηκτο τείχος διαφυλάσσει και σκέπει όλους όσοι Την ακολουθούν πορευόμενοι στερρώς στην κενωτική οδό του ηγαπημένου Υιού Της. Αμήν.
Αρχ. Ζαχαρίας
Ο εχθρός φθόνησε το απερίγραπτο μεγαλείο που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο και προέτρεψε τον άφρονα Πρωτόπλαστο στην παρακοή και στην πτώση. Αλλά η θεια αγάπη είναι αμετάθετη και τα σπλάγχνα των θειων οικτιρμών ανείκαστα. Ο Θεός «ουκ απέστη πάντα ποιων» για να ελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά της αμαρτίας και του θανάτου, να τον επαναγάγει «εις το καθ’ομοίωσιν», να «αναμορφώση το αρχαίον κάλλος» σε αυτόν, να του παράσχει την «ποθεινήν πατρίδα» του Παραδείσου.
Ο Αδάμ και η Εύα γέννησαν δυο υιούς, τον Καιν και τον Άβελ. Στον Άβελ υπερίσχυε η χάρη που εναπέμεινε στους γεννήτορές του και ακολούθησε την οδότης δικαιοσύνης και του φόβου του Θεού. Στον Καιν υπερίσχυσε το στοιχείο της αποστασίας των γονέων του. Έγινε θηριώδης και φόνευσε τον αδελφό του Άβελ. Από αυτούς τους δυο προήλθαν δυο ρεύματα στην ιστορία του ανθρώπινου γένους: Πρώτον, το ρεύμα των δικαίων , στη μνήμη των οποίων αχνόφεγγε το φως της πρωτόγονης χάριτος του Παραδείσου και αυτοί αγωνίζονταν να διάγουν βιο θεοφιλή· Δεύτερον, το ρεύμα των γιγάντων, δηλαδή εκείνων στους οποίους τα πάθη προσέλαβαν γιγαντιαίες διαστάσεις και αυτοί απαλλοτριώθηκαναπό τις διαθήκες του Θεού.
Ο Θεός μέσα από το ρεύμα των δικαίων προετοίμαζε προφητικά την οδό Του. Κατά καιρούς τους έδιδε αποκαλύψεις και πύρινους λόγους, τους οποίους ανακοίνωναν στους συγχρόνους τους, ώστε να διατηρηθεί η θεοσέβεια πάνω στη γη. Ο Θεός είχε το βλέμμα Του προσηλωμένο σε αυτούς, να δει, «ει έστιν συνίων ή εκζητών Αυτόν», «ει εστι ποιων δικαιοσύνην» με τρόπο τέλειο και μοναδικό. Και ο άνθρωπος αυτός βρέθηκε στο πρόσωποτης Παναγίας Παρθένου Μαριάμ.
Η Παναγία ήταν καρπός προσευχής των αγίων και δικαίων Ιωακείμ και Άννης. Η σύλληψή Της δεν ήταν άσπορος, αλλά απαθής από το πανάμωμο σπέρμα του Ιωακείμ. Ήταν κεχαριτωμένη ήδη από τη στιγμή της γεννήσεώς Της, διότι στο Πρόσωπό Της συγκέντρωνε την αγιότητα όλων των προγενεστέρων γενεών. Άφιερώθηκε στον ναό από την τρυφερή Της ηλικία, όπου ζούσε ησυχαστικά με προσευχή και μελέτη των Γραφών.
Η θεόπαις Μαριάμ διακρινόταν από παράδοξη αγάπη για τον Θεό, και περιποθούσε την κοινωνία μαζί Του μέσω της προσευχής. Βεβαίως, η έφεσή Της για προσευχή ήταν ασυνήθης με τα δεδομένα του πεπτωκότος κόσμου, ενώ κατ’ ουσίαν εκφράζει τη φυσική κατάσταση του πλασμένου κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού ανθρώπου.
Με την προσευχή και τη μελέτη του λόγου του Θεού η ενέργεια της χάριτος συσσωρευόταν στην καρδιά Της. Την πλάταινε, για να περιπτυχθεί μέσα Της Θεό και άνθρωπο. Ήλθε στιγμή που τα ίχνη της χάριτος έφθασαν σε κάποιο πλήρωμα και γέννησαν εντός Της τη συνείδηση του οντολογικού Της συνδέσμου με όλο το γένος των ανθρώπων από αρχής μέχρις εσχάτων· επίσης τελεσιούργησαν το άρρητο γεγονός της ενώσεως του κτιστού ανθρώπου με τον άκτιστο Θεό σε ένα, την ένωση της καρδιάς Της με το Πνεύμα του Θεού. Η νεαρή Της ύπαρξη στο εξής καταπονείτο αφενός από την εξαθλίωση και την άγνοια των ανθρώπων και αφετέρου από τη δίψα Της για τον ζώντα Θεό των Πατέρων Της. Με φυσικό τρόπο άρχισε η μεσιτεία και η πρεσβεία Της για κάθε γηγενή.
Κατά τη μελέτη των Αγίων Γραφών, «πυρ εξεκαύθη εν τη καρδία Αυτής»,όταν συνάντησε την προφητεία, «ιδού η παρθένος έξει εν γαστρί και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα Αυτού Εμμανουήλ». Με άσβεστο πόθο για τον Θεό που θα ερχόταν στη γη να σώσει τον λαό Του «εκ των ανομιών αυτών», άρχισε να προσεύχεται να αξιωθεί να γίνει η θεραπαινίδα της Μητέρας του Εμμανουήλ. Πάνω στη ζέση αυτής της προσευχής εμφανίσθηκε ο Αρχάγγελος και Της ανήγγειλε ότι δεν θα γινόταν η υπηρέτρια της Μητέρας του Μεσσία, αλλά ότι Αυτή η Ίδια θα δάνειζε σάρκα στον αμήτορα εκ Πατρόςκαι απάτορα εκ Μητρός. Η Παναγία Παρθένος συνέλαβε υπερφυώς τον Υιό του Θεού εκ Πνεύματος Αγίου και Τον γέννησε επίσης υπερφυώς.
Βεβαίως, για να δεχθεί ο άνθρωπος οποιοδήποτε πνευματικό χάρισμα, πρέπει να υπάρχει κάποια αντιστοιχία της δωρεάς με το περιεχόμενο της καρδιάς του. Και στην περίπτωση της Παναγίας η αντιστοιχία αυτή έγκειται στην ταπείνωσή Της, η οποία ήταν προφητικά κατ’ εικόνα της απερίγραπτης ταπεινώσεως του Υιού και Θεού Της.
Ο ανθρώπινος νους ιλιγγιά ενώπιον του «ακατανοήτου θαύματος» που έλαβε χώρα και με δέος ομολογεί: «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι εν Σοι, Παρθένε άχραντε· παρθενεύει γαρ τόκος και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος».
«Παρθενεύει τόκος», διότι η Παναγία ήτανΠαρθένος, και έμεινε Παρθένος κατά τη γέννηση και μετά τη γέννηση του Κυρίου Ιησού. Η Γραφή μαρτυρεί την παρθενία Της πριν τη σύλληψη του Κυρίου. Ο σώφρων Ιωσήφ Την παρέλαβε αγνή από τα Άγια των Αγίων, και ταράχθηκε όταν είδε ότι κυοφορούσε. Οι Ισραηλίτεςήταν μεν συνηθισμένοι στις θαυματουργικές επεμβάσεις του Θεού, αλλά παρθενική γέννηση ήταν άνευ προηγουμένου στην ιερά ιστορία. Η νεαρή κόρη σίγησε και δεν υπερασπίσθηκε τον Εαυτό Της, μολονότι αντιμετώπιζε κίνδυνο ακόμη και της ζωής Της από λιθοβολισμό λόγω της παράδοξης άνευ ανδρός κυοφορίας. Λάλησε, όμως, ο Θεός στην καρδιά του Ιωσήφ, πληροφορώντας τον για το θαυμαστό γεγονός. Επομένως, η Παναγία ήταν Παρθένος προ του τόκου.
Γνωρίζουμε ότι η Παναγία έμεινε Παρθένος κατά τη γέννηση από την εμπειρία της χάριτος. Κατά την επί γης επιδημία του Κυρίου «πας ο όχλος εζήτει άπτεσθαι Αυτού, ότι δύναμις παρ’ Αυτού εξήρχετο και ιάτο πάντας». Ακόμη και ένα άγγιγμα της χάριτος θεραπεύει και αποκαθιστά την ακεραιότητα στον νου, στην ψυχή, ακόμη και στο σώμα. Πως μπορούσε ο Υιός του Θεού να διέλθει από τη μήτρα της αγνής Παρθένου και να Της αφήσει πληγή; Ως εκ τούτου, η Παναγία έμεινε Παρθένος κατά τον τόκο.
Γνωρίζουμε επίσης ότι η Παναγία διήγε ενπαρθενία μετά τον τόκο του Εμμανουήλ από την αιωνόβια πνευματική πείρα νέφους πιστών, ιδιαιτέρως μοναχών, οι οποίοι δέχονται μικρή χάρη κλήσεως, και αισθάνονται τέτοιο πλήρωμα στην καρδιά τους, ώστε ούτε καν αναλογίζονται τα πάθη της σαρκός τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής τους. Η αγάπη του Θεού ως «πυρ καταναλίσκον»φλέγει «άπαντα αισχρόν νουν»· κάνει την ψυχή του ανθρώπου να επιποθεί και να εκλείπει «εις τας αυλάς του Κυρίου»· κάνει την καρδιά, ακόμη και τη σάρκα του να αγάλλονται «επί Θεώ ζώντι». Η Παναγία, συνεπώς, έμεινε Παρθένος μετά τον τόκο.
Ωστόσο, πολλοί έχουν φυσική παρθενία, αλλά δεν σώζονται κατ’ ανάγκη, όπως διδασκόμαστε από την παραβολή των μωρών παρθένων. Εκείνο που νοηματοδοτεί και προσδίδει αξία στη φυσική παρθενία είναι η πνευματική παρθενία, δηλαδή η καθαρότητα της καρδιάς και του νου, η προσεδρία στη θεια Παρουσία, η διαμονή, μάλλον το βύθισμα του νου στο Πνεύμα του Θεού.
«Πάσα η δόξα της θυγατρός του βασιλέως έσωθεν εν κροσσωτοίς χρυσοίς περιβεβλημένη πεποικιλμένη». Ήταν περικαλλής «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος» της Παναγίας, «εν τω αφθάρτω του πραέος και ησυχίου πνεύματος, ο εστιν ενώπιον του Θεού πολυτελές».Το κάλλος της Υπεραγίας Θεοτόκου λαμπρύνεται από την αρετή της ταπεινώσεως και κοσμείται από την πνευματική Της παρθενία. Η καρδιά Της ήταν εξ ολοκλήρου και αμέριστα δοσμένη στον Θεό· ο νους Της ουδέποτε απομακρύνθηκε από τη μνήμη του Ονόματός Του· η αγάπη Της γι’ Αυτόν ουδέποτε μοιράσθηκε με οποιαδήποτε άλλη αγάπη του κόσμου τούτου· το θέλημά Της ουδέποτε απέκλινε από τις βουλές Του.
Η Παναγία στο διάβα της ζωής Της έμεινε άτρωτη από την αμαρτία, διότι η καρδιά Της φλεγόταν από «περισσόν ζωής», από το πυρ του πληρώματος της χάριτος.
Βεβαίως, ως άνθρωπος ενδέχεται να έκανε αναμάρτητα λάθη. Ακόμη και αυτά, όμως, ήταν κατ’ οικονομία Θεού, για να γνωρίσουν οι μετέπειτα γενεές καινά μυστήρια. Όταν για παράδειγμαη Παναγία Παρθένος με τον Ιωσήφ πήραν τον δρόμο της επιστροφής από τα Ιεροσόλυμα, νόμισαν ότι ο δωδεκαετής Ιησούς ήταν με τα άλλα μέλη της προσκυνηματικής ομάδας και δεν παρατήρησαν την απουσία Του, ωσότου είχαν διανύσει πορεία μιας ημέρας. Οδυνώμενοι αναζητούσαν τον παίδα Ιησού, και την τρίτη ημέρα Τον βρήκαν στον ναό να συνδιαλέγεται με τους διδασκάλους του Ισραήλ και να ερμηνεύει τις Γραφές.
Ωστόσο, ο Θεός επέτρεψε το αδιάβλητο αυτό «σφάλμα» της Παναγίας, για να μας διδάξει ότι, δεν θα εύρουμε τον Χριστό ανάμεσα στους συγγενείς και στους φίλους· όταν χάσουμε την ποθεινή αίσθηση της Παρουσίας του Κυρίου, είναι αδύνατον να την εύρουμε κάπου αλλού ει μη στον Οίκο Του, στην Εκκλησία, εκεί όπου το Πνεύμα Του επισκιάζει τους πιστούς.
Η Παναγία είχε άπειρη αγάπη για τον Θεό και απαράμιλλη ταπείνωση. Επιπλέον, ήταν πλήρως παραδομένη στο θειο θέλημα, ακόμη και αν αυτό συνεπαγόταν σταυρική ζωή, διαρκή κένωση, εσωτερικό μαρτύριο. Διακονούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής Της τον Κύριο Ιησού, τον Υιό και Θεό Της, ανιδιοτελώς και αφανώς. Αν εμείς για να φυλάξουμε λίγη χάρη, πρέπει να αγωνισθούμε με μεγάλη αυταπάρνηση, πόσο μάλλον η διακονία της Παναγίας, να βαστάσει το πλήρωμα της χάριτος, να φέρει τον Θεό σωματικώς στα σπλάγχνα Της, να θεραπεύει το θέλημά Του για την πάγκοινη σωτηρία, απαιτούσε τέλεια νέκρωση για τον κόσμο και για τον Εαυτό Της.
Έχοντας αυτό κατά νου, αρχίζει να αίρεται η σκιά από τον παράδοξο στίχο: «Και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος». Η Παναγία «απέθνησκε καθ’ ημέραν». Διήλθε τη ζωοποιό νέκρωση κάθε θελήματός Της, προκειμένου να καταστήσει το θέλημα του Θεού τον μοναδικό νόμο της υπάρξεώς Της. Κόλλησε τα ώτα και την καρδιά Της στον Κύριο. Στην καρδιά Της αποθησαύριζε τα ρήματά Του, «ρήματα ζωής αιωνίου». Λησμόνησε κάθε συγγένεια αυτής της ζωής και αποτάχθηκε κάθε ανθρώπινη παρηγοριά. Ακόμη και δίπλα στον Σταυρό του Υιού Της, όταν τα μητρικά σπλάγχνα Της σχίζονταν, η Θεοτόκος, ως τέλειο «Χριστού αφομοίωμα», δεν έπαυσε να μεσιτεύει για τη σωτηρία πάντων, ακόμη και των αφρόνων Χριστοκτόνων. Η νέκρωση, όμως, που υφίστατο, μεταβλήθηκε σε προπομπό ζωής ακαταλύτου.
Σε μια φράση, «και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος», ο υμνωδός εξέφρασε μυστήριο μέγα. Το περισσόν της αιώνιας ζωής προϋποθέτει γεύση θανάτου, «το πλήρωμα της τελειότητος προϋποθέτει το πλήρωμα της κενώσεως», η Ανάσταση τον Σταυρό. Ο εκούσιοςθάνατος χάριν των εντολών προσκομίζει τον αρραβώνα της αιώνιας ζωής και την κληρονομία της άφθαρτης δόξας του Θεού.
Η Παναγία ουδέποτε αμάρτησε, ούτε καν με ένα λογισμό. Ως εκ τούτου, εφόσον ο θάνατος είναι το «οψώνιον της αμαρτίας», δεν είχε εξουσία επάνω Της.Ωστόσο, η θεια Οικονομία επέτρεψε να πεθάνει η Αγία Παρθένος, ώστε αφενός να καταφανεί ότι ήταν πλήρως μέτοχος της ανθρώπινης φύσεως και αφετέρου να γίνει τέλειο μίμημα του Υιού Της, πορευόμενη ως το τέλος την οδό Του. Η Παναγία κοιμήθηκε, έμεινε τρεις ημέρες στον τάφο, και την τρίτη ημέρα αναστήθηκε. Η «ολόφωτος ψυχή» Της μετατέθηκε «εις τας αχράντους παλάμας του εξ Αυτής Σαρκωθέντος άνευ σποράς». Ο άδικος θάνατός Της κατ’ εικόνα του αδίκου θανάτου του αμώμου και ασπίλου Χριστού, συνιστά υπερκόσμια νίκη στο επίπεδο της αιωνιότητας και κατάκριμα του θανάτου των ανθρώπων.
Ο θάνατος μπορεί να αποβεί το μεγαλειωδέστερο, ακόμη και ωραιότερο γεγονός της ζωής, όταν ο άνθρωπος προετοιμασθεί κατάλληλα και εκπληρώσει κάποιους όρους. Όποιος έχει καλλιεργήσει ήδη από αυτήν τη ζωή ισχυρό και ακατάλυτο σύνδεσμο αγάπης με τον Χριστό, τον Σωτήρα «πάντων ανθρώπων, μάλιστα δεπιστών», μεταβαίνει στην άλλη ζωή πάνω στις πτέρυγες της θειας αγάπης και εκεί, στην ανέσπερη ημέρα της Βασιλείας, γίνεται μέτοχος του ηγαπημένου Κυρίου «εκτυπώτερον και πληρέστερον».
Εορτάζουμε συνήθως τα γενέθλια ως την ημέρα της γεννήσεώς μας στον κόσμο και αποφεύγουμε να συλλογισθούμε την ημέρα της εξόδου μας. Κατ’ ουσίαν, όμως, η ημέρα του θανάτου για όσους ανήκουν στον Κύριο, σηματοδοτεί την ημέρα της γεννήσεώς τους στην αιωνιότητά Του. Τότε «χαρά γίνεται εν τω ουρανώ», «ότι εγεννήθη άνθρωπος εις τον κόσμον [της αιωνίου Βασιλείας]» του Θεού.
Η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου είναι το Πάσχα Της, η διάβασή Της από την πρόσκαιρη ζωή στην αιώνια, η μετάστασή Της από «των λυπηροτέρων επί τα χρηστότερα και θυμηδέστερα».
«Το πρόσωπον της Βασιλίσσης του Ουρανού λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού».Την εορτή της Θεοτόκου πανηγυρίζουν θεοπρεπώς οι «πτωχοί τω πνεύματι», οι ταπεινοί αλλά πλούσιοι σε πνευματικά χαρίσματα. Όσοι είναι «του ιδίου γένους» με τη Θεομήτορα, «τη φιλαδελφία εις αλλήλους φιλόστοργοι, τη τιμή αλλήλους προηγούμενοι», «πράοι, και ταπεινοί τη καρδία», παρθένοι στον νου και στο πνεύμα, παραδομένοι στη θεια Πρόνοια, ακόμη και όταν αυτή εκφράζεται με θλίψεις και δοκιμασίες στη ζωή τους, Την τιμούν και Τη μακαρίζουν όπως Της αρμόζει.
Πρώτη από τους γηγενείς η δικαία Ελισάβετ, όταν δέχθηκε τον ασπασμό της Αγίας Παρθένου, αναφώνησε ρήματα ευγνωμοσύνης προς τη νεαρή Κόρη: «Πόθεν μοι τούτο, ίνα έλθη η Μήτηρ του Κυρίου μου προς με;».Ο προφητικός της λόγος έγινε αιτία εκφοράς άλλου προφητικού λόγου, αυτήν τη φορά από την ίδια την Παναγία, η Οποία στη δική Της ευχαριστήριο ωδή μεγάλυνε τον Κύριο, ομολόγησε τη μηδαμινότητά Της και προφήτευσε: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί».
Πως, όμως, να τιμήσουμε και να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας στην Παναγία εμείς, οι έσχατοι των Χριστιανών, οι πένητες, το κατακάθι των αιώνων; Πως να εκπληρώσουμε την προφητεία Της; Πως να έχουν αντίκρισμα οι ύμνοι και οι δεήσεις που αναπέμπουμε προς Αυτήν είτε κατά μόνας είτε στις συνάξεις μας;
Ο μόνος τρόπος να τιμήσουμε την Παναγία είναι ακολουθώντας ακλινώς την οδό Της, ταπεινώνοντας τον εαυτό μας και προσφέροντας διηνεκή ευχαριστία για τα πάντα, «εξαιρέτως» δε για τα «μεγαλεία α εποίησεν Αυτή ο Δυνατός». Η ευχαριστία μας, αν και πενιχρή, θα αποβεί το εισιτήριο για την είσοδό μας στον θεσπέσιο χορό των «πλουσίων του λαού», της στρατιάς των παρθενικών ψυχών που λάμπουν μεεσωτερική καθαρότητα και «αποφέρονται εν ευφροσύνη [ανά τους αιώνας] οπίσω Αυτής».
Αν ο Θεός δεν είχε μαρτυρήσει με τη χάρη Του την ισχύ της μεσιτείας Της ανά τους αιώνες, θα είχε εκλείψει η τιμή και το μεγαλείο που Της ανήκει. Ωστόσο, την Παναγία Παρθένο ομολογούν ως Μητέρα του Θεού, μεγαλύνουν, μακαρίζουν και ανυμνούν οι γενεές των ανθρώπων και τα τάγματα των Αγγέλων, η Εκκλησία και ο λαός του Θεού, όπως φαίνεται στους λόγους που οι πιστοί καθημερινά Της απευθύνουν: «Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε, Κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά Σου· ευλογημένη Συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας Σου· ότι Σωτήρα έτεκες των ψυχών ημών».
Λέγοντας «Θεοτόκε Παρθένε» ομολογούμε ότι πρώτον, Αυτή δάνεισε σάρκα στον Ένα της Τριάδας, και δεύτερον, την αειπαρθενία Της. «Χαίρε, Κεχαριτωμένη Μαρία» είναι ο αρχαγγελικός ασπασμός προς την «Αξίαν της χάριτος». «Ευλογημένη Συ εν γυναιξί, και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας Σου», είναι οι λόγοι της γυναίκας που μέσα στο πλήθος σε έκρηξη χαράς και θάμβους για τους λόγους της χάριτος «τους εκπορευομένους εκ του στόματος του Χριστού», έκραξε: «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά Σε και μαστοί ους εθήλασας». Τέλος, οι λόγοι «ότι Σωτήρα έτεκες των ψυχών ημών» είναι λόγοι της Εκκλησίας που εκφράζουν την ευγνωμοσύνη του λαού του Θεού.
Στην αρχή της δημιουργίας ο Κύριος είπε «γενηθήτω» και τα πάντα «εγένοντο».
Στην αρχή της αναδημιουργίας η Αγία Παρθένος είπε, «γένοιτο μοι κατά το ρήμά Σου», και ανακαινίσθηκε η κτίση.
Και νυν, με την ίδια παράδοση στο άγιο και τέλειο θέλημα του Θεού, ας πούμε κατά το υπόδειγμα της Μητέρας του Ουρανού: «Γένοιτο, Κύριε, το θέλημά Σου εφ’ ημάς», ώστε να αξιωθούμε της γεννήσεως «ουκ εξ αιμάτων, ουδέ εκ θελήματος σαρκός, ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ’ εκ Θεού», «άνωθεν»και της «πλουσίας εισόδου» στην ουράνια Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Εκεί παρίσταται η Παναγία ως Βασίλισσα εκ δεξιών του θρόνου δόξης του Θεού. Από εκεί οι οικτιρμοί Της περιδροσίζουν την «δεινώς πυρουμένην» ψυχή μας,και η Ίδια ως άρρηκτο τείχος διαφυλάσσει και σκέπει όλους όσοι Την ακολουθούν πορευόμενοι στερρώς στην κενωτική οδό του ηγαπημένου Υιού Της. Αμήν.
Αρχ. Ζαχαρίας